Ο επικεφαλής της ριζοσπαστικής αριστεράς στη Γαλλία, Ζαν-Λυκ Μελανσόν, δεν κρύβει την πρόθεσή του να αμφισβητήσει έναν από τους βασικότερους πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης: τη γαλλογερμανική συνεργασία, την οποία θεωρεί ότι εξυπηρετεί κυρίως τα συμφέροντα του Βερολίνου.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Politico, παρότι απομένουν ακόμη εννέα μήνες μέχρι τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, η δυναμική εκκίνηση της προεκλογικής του εκστρατείας, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές διαμάχες στην υπόλοιπη αριστερά, τον έχουν καταστήσει έναν από τους επικρατέστερους υποψηφίους για να αντιμετωπίσει τη Μαρίν Λεπέν στον δεύτερο γύρο, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις.

Η προοπτική αυτή προκαλεί ανησυχία στο Βερολίνο, παρότι οι περισσότερες δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να δείχνουν ότι η Λεπέν θα επικρατούσε εύκολα απέναντί του σε πιθανό δεύτερο γύρο.

Ανησυχία στη Γερμανία

Ο Μελανσόν είχε ήδη από το 2015 εκδώσει βιβλίο στο οποίο ασκούσε σφοδρή κριτική στο γερμανικό οικονομικό μοντέλο. Πρόσφατα δήλωσε ότι, εάν εκλεγεί πρόεδρος, δεν θα δεσμευθεί από τις πρόσφατες συμφωνίες που υπέγραψαν ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς σε ζητήματα όπως η πυρηνική αποτροπή και η βιομηχανική πολιτική.

Γερμανοί πολιτικοί εκφράζουν ανοιχτά την ανησυχία τους. Ο βουλευτής των Χριστιανοδημοκρατών Ρόλαντ Τάις προειδοποίησε ότι οι θέσεις του Μελανσόν για την Ευρώπη και η εχθρότητά του απέναντι στη Γερμανία θα δημιουργούσαν «τεράστιο πρόβλημα» στη γαλλογερμανική συνεργασία.

Αντίστοιχα, ο πρόεδρος της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Bundestag και βουλευτής των Πρασίνων, Άντον Χόφραϊτερ, εκτίμησε ότι μια προεδρία Μελανσόν θα δυσχέραινε σημαντικά τόσο τη διμερή όσο και την ευρωπαϊκή συνεργασία, προειδοποιώντας ότι ορισμένα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα θα μπορούσαν να προχωρήσουν ακόμη και χωρίς τη συμμετοχή της Γαλλίας.

«Το γερμανικό δηλητήριο»

Η αντίθεση του Μελανσόν προς το Βερολίνο έχει κυρίως ιδεολογική βάση και όχι εθνικιστικά χαρακτηριστικά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Λεπέν.

Σύμφωνα με τον βουλευτή του κόμματός του «Ανυπότακτη Γαλλία» (La France Insoumise), Ορελιέν Τασε, η Γερμανία επιβάλλει στην Ευρώπη το «ορντοφιλελεύθερο» οικονομικό μοντέλο, δηλαδή μια εκδοχή της οικονομίας της αγοράς με αυστηρή κρατική εποπτεία.

Το κόμμα του Μελανσόν υποστηρίζει ότι ο λεγόμενος γαλλογερμανικός κινητήρας της Ευρώπης στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, αλλά χρησιμοποιείται από το Βερολίνο για να επιβάλλει τις δικές του πολιτικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στροφή προς Κίνα, Αφρική και Λατινική Αμερική

Σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ο Μελανσόν επιδιώκει ενίσχυση των σχέσεων της Γαλλίας με την Κίνα, τις γαλλόφωνες χώρες της Αφρικής και τα κράτη της Νότιας Αμερικής.

Παράλληλα, αντιμετωπίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως δύναμη με ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, σε αντίθεση με τη Γερμανία, η οποία εξακολουθεί να θεωρεί τη διατλαντική σχέση θεμέλιο της εξωτερικής της πολιτικής.

Εκφράζει επίσης έντονη αντίθεση στον γερμανικό επανεξοπλισμό και στην παρουσία αμερικανικών πυρηνικών όπλων στη Γερμανία, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούν σοβαρά προβλήματα ασφάλειας για τις γειτονικές χώρες.

Σφοδρή κριτική στο γερμανικό μοντέλο

Στο βιβλίο του το 2015, με τίτλο «Η Ρέγγα του Μπίσμαρκ» και υπότιτλο «Το γερμανικό δηλητήριο», ο Μελανσόν αμφισβητούσε την εικόνα της Γερμανίας ως προτύπου επιτυχίας.

Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας σε σχέση με τη Γαλλία και τη χαμηλή γεννητικότητα ως αποδείξεις των αδυναμιών του γερμανικού μοντέλου.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι στόχος του είναι να διαλύσει τη «γοητεία» που ασκεί η Γερμανία σε πολλούς σχολιαστές, περιγράφοντας τη χώρα ως προϊόν της απορρυθμισμένης χρηματοπιστωτικής οικονομίας και της δημογραφικής γήρανσης.

Το βιβλίο είχε δεχθεί τότε έντονη κριτική ακόμη και από αριστερές γαλλικές εφημερίδες, όπως η Libération, οι οποίες το χαρακτήρισαν υπερβολικά γερμανοφοβικό.

ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση και Ισπανία

Σε πρόσφατο κείμενο εξωτερικής πολιτικής, ο Μελανσόν ζητεί την αποχώρηση της Γαλλίας από το ΝΑΤΟ, θεωρώντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες τηρούν πλέον «ανοιχτά εχθρική» στάση απέναντι στη Συμμαχία.

Ωστόσο, υποστηρίζει τη διατήρηση της ρήτρας αμοιβαίας άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 42.7), προτείνοντας μάλιστα να επεκταθεί και σε υπερπόντια ή συνδεδεμένα εδάφη, όπως η Γροιλανδία.

Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι η Γαλλία δεν πρέπει να είναι «δεμένη» σε ένα ευρωπαϊκό γεωγραφικό μπλοκ που, όπως υποστηρίζει, χαρακτηρίζεται από «ακραίο ατλαντισμό».

Αντίθετα, εμφανίζεται πιο κοντά πολιτικά στον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, τον οποίο θεωρεί φυσικό σύμμαχο λόγω της συγκρουσιακής στάσης του απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ και το Ισραήλ.

Οι τριβές Παρισιού – Βερολίνου

Οι σχέσεις Γαλλίας και Γερμανίας έχουν ήδη δοκιμαστεί από τις διαφωνίες γύρω από τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου Mercosur, την οποία στηρίζει το Βερολίνο αλλά απορρίπτει το Παρίσι, καθώς και από την εγκατάλειψη του κοινού προγράμματος ανάπτυξης νέου μαχητικού αεροσκάφους.

Σύμφωνα με τον Ορελιέν Τασε, οι σημαντικές αποφάσεις των τελευταίων ετών, από τη Mercosur έως τις εμπορικές συμφωνίες με τον Ντόναλντ Τραμπ, ευνόησαν κυρίως τη Γερμανία και όχι τη Γαλλία.

Παρ' όλα αυτά, ο κεντρώος Γάλλος βουλευτής Φρεντερίκ Πετί εμφανίζεται καθησυχαστικός, εκτιμώντας ότι οι δεσμοί των δύο χωρών είναι τόσο ισχυροί ώστε να αντέξουν ακόμη και μια ενδεχόμενη εκλογή Μελανσόν.

«Η γαλλογερμανική σχέση στηρίζεται σε ισχυρές πλειοψηφίες και στις δύο χώρες, σε κοινούς θεσμούς και πολιτικές. Όποιος κι αν εκλεγεί πρόεδρος, δεν είναι κάτι που μπορεί να ανατραπεί από τη μια μέρα στην άλλη», δήλωσε.