Η επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο και η νέα προσπάθεια επανεκκίνησης του διαλόγου προκαλούν διαφορετικές αναγνώσεις στην Τουρκία. Από τη μία πλευρά, αναλυτές επικρίνουν την Άγκυρα για αδυναμία επίλυσης του Κυπριακού και υποστηρίζουν ότι η εμμονή στην αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας» της τουρκοκυπριακής πλευράς οδηγεί σε αδιέξοδο. Από την άλλη, φιλοκυβερνητικές αναλύσεις παρουσιάζουν την Κύπρο ως μέρος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, με επίκεντρο τη στρατιωτική παρουσία του Ισραήλ, της Ελλάδας και δυτικών χωρών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο πρώην Τούρκος διπλωμάτης Σελίμ Κουνεράλπ ασκεί έντονη κριτική στη διαχείριση του Κυπριακού από την Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι η πρόσφατη προσπάθεια του ΟΗΕ δεν έφερε αποτέλεσμα και αποτελεί ακόμη μία ένδειξη αδυναμίας επίλυσης χρόνιων προβλημάτων.

Ο Κουνεράλπ, με μακρά θητεία στη διπλωματική υπηρεσία της Τουρκίας, σημειώνει ότι η χώρα του δεν έχει καταφέρει να προχωρήσει ούτε στα εσωτερικά ούτε στα εξωτερικά της ζητήματα.

«Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας από το 1973 έως το 2014 και τα χρόνια που ακολούθησαν, παρακολούθησα με μεγάλη θλίψη ότι η χώρα μας απέτυχε να επιλύσει και τα εσωτερικά και εξωτερικά της προβλήματα. Οι άκαρπες συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν χθες στην Κύπρο είναι το πιο πρόσφατο σημάδι αυτού».

Ο ίδιος συγκρίνει την Τουρκία με χώρες που, όπως υποστηρίζει, κατάφεραν να ξεπεράσουν παλαιότερες κρίσεις.

«Ωστόσο, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα ήταν πολύ πίσω από εμάς πριν από 50 χρόνια. Κατάφεραν να δείξουν τη βούληση να επιλύσουν τα προβλήματά τους, οπότε γιατί δεν μπορούμε εμείς;».

Ο Κουνεράλπ σχολιάζει επίσης ότι η μειωμένη πλέον δημόσια ένταση γύρω από το Κυπριακό θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων στην κυβέρνηση, αλλά αυτό δεν συνέβη.

«Το γεγονός ότι το Κυπριακό ζήτημα δεν βρίσκεται πλέον τόσο πολύ στο επίκεντρο της κοινής γνώμης όσο παλαιότερα θα ενίσχυε επίσης το περιθώριο ελιγμών της κυβέρνησης για την αναζήτηση λύσης. Ωστόσο, βλέπουμε ότι δεν είναι δυνατόν να απομακρυνθούμε από τα γνωστά μοτίβα».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Άγκυρα δεν θέλει καν να εγκαταλείψει την απαίτηση για διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους.

Σαμπάχ: «Το διαβολικό τρίγωνο Ισραήλ – Ελληνοκυπριακή διοίκηση – Ελλάδα»

Σε διαφορετική γραμμή κινείται ο αρθρογράφος της Σαμπάχ Οκάν Μουντερίσογλου, ο οποίος παρουσιάζει την Κύπρο ως κεντρικό σημείο των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Με τίτλο «Το διαβολικό τρίγωνο της Μεσογείου: Ισραήλ – ΕΔΝΚ – Ελλάδα», υποστηρίζει ότι η διεθνής κοινότητα επιδιώκει έναν «νέο σχεδιασμό» για την Κύπρο, συνδέοντας την επίσκεψη Γκουτέρες με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Ο αρθρογράφος αναφέρει ότι η αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Κύπρου οφείλεται στις περιφερειακές εντάσεις και στις στρατιωτικές συνεργασίες που αναπτύσσονται γύρω από το νησί.

«Οι γεωστρατηγικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο αύξησαν ακόμη περισσότερο τη σημασία της Κύπρου».

Η ισραηλινή παρουσία στο επίκεντρο της τουρκικής ανάλυσης

 Ο αρθρογράφος εστιάζει ιδιαίτερα στη στρατιωτική συνεργασία Ισραήλ – Κυπριακής Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι το Τελ Αβίβ ενισχύει τη θέση του στο νησί μέσω επενδύσεων, στρατιωτικής παρουσίας και αμυντικών συστημάτων.

Υποστηρίζει ότι Ισραηλινοί πολίτες αποκτούν αυξανόμενη παρουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω αγορών ακινήτων και αναφέρει ότι οι περιοχές με τις περισσότερες αγορές βρίσκονται στη Λάρνακα, την Πάφο και τη Λεμεσό.

Παράλληλα, υποστηρίζει ότι το Ισραήλ χρησιμοποιεί την Κύπρο για στρατιωτική εκπαίδευση και επιχειρησιακές ανάγκες, αναφέροντας μεταξύ άλλων:

«Το Ισραήλ πραγματοποιεί εκπαιδεύσεις καταδρομέων και ειδικών δυνάμεων στα Όρη Τρόοδος της ΕΔΝΚ, λόγω της ομοιότητάς τους με τη δική του γεωγραφία».

Επίσης ισχυρίζεται ότι υπάρχει στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ – Κυπριακής Δημοκρατίας και αναφέρεται σε χρήση υποδομών στην Πάφο και στη Λεμεσό από ισραηλινές δυνάμεις.

Εξοπλισμοί και «απειλή» από την Ανατολική Μεσόγειο

 Ο Μουντερίσογλου υποστηρίζει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ενισχύει σημαντικά τις αμυντικές της δυνατότητες με ισραηλινά και γαλλικά συστήματα, παρουσιάζοντας τις κινήσεις αυτές ως μέρος μιας στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία.

Στο συμπέρασμά του, συνδέει τους εξοπλισμούς αυτούς με το πολιτικό μέλλον του Κυπριακού, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση χωρίς αναγνώριση της τουρκικής θέσης.

«Τούτων δοθέντων, το να πιστεύει κανείς ότι οι Ελληνοκύπριοι θέλουν να ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη με τους Τούρκους στο νησί θα ήταν αφελές».

Και προσθέτει:

«Δεν μπορεί να επιτευχθεί μια μόνιμη και δίκαιη λύση στο νησί χωρίς να αναγνωριστεί η κυριαρχική ισότητα και το ισότιμο διεθνές καθεστώς του τουρκοκυπριακού λαού».