Η άμμος, το πιο εξορυσσόμενο στερεό υλικό στον πλανήτη, καταναλώνεται πλέον με ρυθμούς ταχύτερους από τη φυσική της αναπλήρωση, προκαλώντας σοβαρές περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις, σύμφωνα με νέα έκθεση του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του ΟΗΕ.
Η παγκόσμια ζήτηση για άμμο αγγίζει τα 50 δισεκατομμύρια τόνους ετησίως, κυρίως για την παραγωγή σκυροδέματος, δρόμων, κτιρίων, θαλάσσιων τειχών, αλλά και τεχνολογικών προϊόντων όπως τσιπ και ηλιακά πάνελ.
Ωστόσο, ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι η αλόγιστη εξόρυξη απειλεί ποτάμια, παράκτιες περιοχές, θαλάσσια οικοσυστήματα και τοπικές οικονομίες που εξαρτώνται από την αλιεία και τον τουρισμό.
Ο διευθυντής της βάσης δεδομένων περιβαλλοντικών πόρων της UNEP στη Γενεύη, Pascal Peduzzi, δήλωσε ότι η άμμος αποτελεί «την πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας, στις καταιγίδες και στην αλάτωση των υπόγειων υδάτων».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μαλδίβες, όπου η κυβέρνηση προχώρησε σε τεράστια έργα επίχωσης για την επέκταση της πρωτεύουσας Μάλι, λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας και της υπερπληθυσμιακής πίεσης.
Για το έργο στο νησί Gulhifalhu χρειάστηκαν 24,5 εκατομμύρια κυβικά μέτρα άμμου, τα οποία αφαιρέθηκαν από ατόλες της περιοχής. Σύμφωνα με την έκθεση, η διαδικασία κατέστρεψε περίπου 200 εκτάρια κοραλλιογενών υφάλων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων, ακόμη και μέσα σε προστατευόμενες περιοχές.
Αντίστοιχες επιπτώσεις καταγράφηκαν και στις Φιλιππίνε, όπου έργα εξόρυξης άμμου για κατασκευή αεροδρομίου κατέστρεψαν αλιευτικές περιοχές, αλλά και στην Indonesia, όπου κοινότητες ψαράδων είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται έως και 80%.
Η έκθεση του ΟΗΕ καλεί τις κυβερνήσεις να ενισχύσουν τους μηχανισμούς ελέγχου, τη χαρτογράφηση και την περιβαλλοντική παρακολούθηση, ώστε να περιοριστεί η καταστροφική εξόρυξη.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η άμμος δεν αποτελεί ανεξάντλητο φυσικό πόρο και ότι η υπερεκμετάλλευσή της μπορεί να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμες αλλαγές στα οικοσυστήματα και στις παράκτιες κοινωνίες παγκοσμίως.




