Σε νέες χαλαρώσεις της νομισματικής της πολιτικής προχωρεί η κινεζική Κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να τονώσει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, η οποία αναπτύσσεται με χαμηλότερο ρυθμό από τις προβλέψεις.

Το Κρατικό Συμβούλιο της χώρας ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι θα μειώσει τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας για τράπεζες, οι οποίες παραχωρούν δάνεια στον αγροτικό τομέα και στον τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση στην ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας της Κίνας.

Η κινεζική Κυβέρνηση είχε ανακοινώσει πριν από ένα μήνα παρόμοιες χαλαρώσεις στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τράπεζες που δραστηριοποιούνται σε αγροτικές περιοχές, καθώς αυξάνονται οι ανησυχίες ότι η επιβράδυνση της οικονομίας, που αποτελεί και σημαντικό κινητήριο μοχλό για την παγκόσμια ανάπτυξη, θα ξεπεράσει τις προβλέψεις.

«Προς το παρόν, η κινητικότητα της οικονομίας είναι σταθερή, αλλά οι καθοδικές πιέσεις παραμένουν σχετικά μεγάλες», αναφέρει το Κρατικό Συμβούλιο, προσθέτοντας ότι η Κυβέρνηση θα τελειοποιήσει την πολιτική της στον κατάλληλο χρόνο.

Η κινεζική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 7,4% σε ετήσια βάση το α` τρίμηνο του 2014 σε σύγκριση με 7,7% το δ` τρίμηνο του 2013, που αποτελεί πανομοιότυπη επίδοση με το 7,4% το γ` τρίμηνο του 2012.

Ο Πρωθυπουργός της χώρας Λι Κεγκιάνγκ ανακοίνωσε τον Μάρτιο ότι στόχος για την πορεία ανάπτυξης της οικονομίας το τρέχον έτος είναι 7,5%.

«Είναι σαφές ότι η Κυβέρνηση είναι πιο ανήσυχη για τη συνεχιζόμενη επιβράδυνση και επιθυμεί να ενισχύσει την πολιτική της», δήλωσε ο Γουάνγκ Τάο, οικονομολόγος της UBS στη Σαγκάη.

Στα μέτρα που ανακοινώθηκαν χθες περιλαμβάνονται οικονομική στήριξη για μικρές επιχειρήσεις, μείωση του κόστους χρηματοδότησης και μείωση των διοικητικών τελών, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Η κινεζική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 7,7% το 2013, όπως και το 2012, η οποία ήταν η χειρότερη επίδοση από το 1999. Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι η Κυβέρνηση της χώρας θα αποφύγει τη λήψη πιο επιθετικών μέτρων για να τονώσει την ανάπτυξη, όπως τη μείωση των επιτοκίων, ή των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας για όλες τις τράπεζες, λόγω των ανησυχιών ότι η επέκταση της πίστωσης θα μπορούσε να επιφέρει χρηματοπιστωτικούς κινδύνους.