Με σκληρή γλώσσα επιτέθηκε ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στο Ηνωμένο Βασίλειο για την απόφασή του να παραχωρήσει τα Νησιά Τσάγκος στο Μαυρίκιοχαρακτηρίζοντάς την «πράξη ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΛΑΚΕΙΑΣ». Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ έκανε λόγο για «σοκαριστική» κίνηση από έναν «υποτίθεται λαμπρό σύμμαχο στο ΝΑΤΟ», υποστηρίζοντας ότι το Λονδίνο σκοπεύει να παραδώσει το Ντιέγκο Γκαρσί, όπου βρίσκεται ζωτικής σημασίας αμερικανική στρατιωτική βάση, «χωρίς κανέναν απολύτως λόγο». Σύμφωνα με τον ίδιο, η απόφαση αυτή ενισχύει τα επιχειρήματά του περί εθνικής ασφάλειας, τα οποία –όπως ανέφερε– καθιστούν αναγκαία ακόμη και την απόκτηση της Γροιλανδίας.

Η δήλωση αυτή έρχεται παρά το γεγονός ότι, βάσει της συμφωνίας που έχει ήδη υπογραφεί, η στρατιωτική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία θα μισθωθεί εκ νέου στο Ηνωμένο Βασίλειο για περίοδο 99 ετών, διασφαλίζοντας τη συνέχιση της κοινής βρετανοαμερικανικής παρουσίας. Ανώτατος κυβερνητικός αξιωματούχος στο Ηνωμένο Βασίλειο ξεκαθάρισε ότι η συμφωνία δεν πρόκειται να αλλάξει, τονίζοντας πως έχει ήδη νομοθετηθεί και υπογραφεί και αποτελεί τον μόνο τρόπο για να εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη λειτουργία της βάσης.

Στο πολιτικό και διπλωματικό παρασκήνιο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η παρέμβαση Τραμπ επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη τεταμένη «ειδική σχέση» ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου, πλήττοντας τις προσπάθειες του πρωθυπουργού Keir Starmer να διατηρήσει στενή γραμμή επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον. Την ίδια ώρα, ο Nigel Farage τάχθηκε ανοικτά υπέρ του Τραμπ, χαιρετίζοντας τη στάση του κατά της συμφωνίας.

Η σημερινή ρητορική του Αμερικανού προέδρου αποτελεί, ωστόσο, θεαματική αναστροφή προηγούμενων τοποθετήσεων της ίδιας του της κυβέρνησης. Τον Μάιο, όταν η συμφωνία υπογράφηκε, η Ουάσιγκτον είχε χαιρετίσει τη ρύθμιση ως εγγύηση «μακροπρόθεσμης, σταθερής και αποτελεσματικής λειτουργίας» της κοινής βάσης. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούπιο είχε μιλήσει για «ιστορική συμφωνία», επαινώντας το Λονδίνο και το Πορτ Λουί για «ηγεσία» και «όραμα», ενώ επίσημη ανακοίνωση ανέφερε ότι ο Τραμπ είχε εκφράσει προσωπικά τη στήριξή του σε συνάντηση με τον Στάρμερ στον Λευκό Οίκο.

Ακόμη νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 2024, και ο προκάτοχός του Τζο Μπάιντν είχε «επικροτήσει» δημόσια τη συμφωνία, με τον τότε ΥΠΕΞ Άντον Μπλίνκεν  να δηλώνει ότι οι ΗΠΑ «στήριξαν σθεναρά» τις διαπραγματεύσεις και θεωρούσαν το αποτέλεσμα επιτυχία.