Το ρεκόρ των 519.000 διαφορών διευθέτησε το 2013 η Υπηρεσία του Χρηματοοικονομικού Διαμεσολαβητή της Βρετανίας.
 
Ο αριθμός αυτός, είναι πέραν του διπλάσιου σε σχέση με το 2012, με τη μεγάλη αυτή αύξηση να οφείλεται κυρίως σε υποθέσεις που σχετίζονται με την πώληση ακατάλληλων προϊόντων ασφάλισης δανείων.
 
Όπως αναφέρει το ΚΥΠΕ, το ανεξάρτητο όργανο, το οποίο συστάθηκε για να ασχοληθεί με διαφορές που έχουν εταιρείες χρηματοοικονομικών υπηρεσιών με πελάτες τους και αδυνατούν να καταλήξουν σε μια συμφωνία, ανακοίνωσε την Τρίτη ότι η ασφαλιστική προστασία πληρωμών ( PPI) αντιπροσώπευε το 78% των περιπτώσεων, με τον αριθμό των καταγγελιών για την PPI να σημειώνει αύξηση 6%, φθάνοντας σχεδόν τις 400.000 υποθέσεις.
 
Η PPI προσφέρει ασφαλιστική προστασία στους καταναλωτές όταν αυτοί αδυνατούν να καταβάλλουν τις δόσεις τους για διάφορους λόγους (θάνατο, ανεργία, ασθένεια).
"Ήταν ένα άνευ προηγουμένου 12μηνο για το Διαμεσολαβητή”, πέραν από κάθε δεδομένο, δήλωσε ο επικεφαλής Επίτροπος Τόνι Μπούρμαν.
 
Ο Χρηματοοικονομικός Διαμεσολαβητής της Βρετανίας διευθέτησε υπέρ του καταναλωτή το 58% των περιπτώσεων. Τα γενικότερα ερωτήματα που έλαβε ο Διαμεσολαβητής ανήλθαν στα 2,3 εκατομμύρια, που ισοδυναμούν με 40.000 την εβδομάδα.
Οι τράπεζες έχουν κρατήσει περισσότερα από 20 δισεκατομμύρια στερλίνες (33,7 δισεκατομμύρια δολάρια) για να αποζημιώσουν πελάτες στους οποίους κακώς πωλήθηκαν ασφαλιστικά προϊόντα PPI, τα οποία είχαν ως στόχο την προστασία των δανειοληπτών σε περίπτωση ασθενείας ή απόλυσης από την εργασία τους.
 
Συχνά, αυτά τα ασφαλιστικά προϊόντα πωλούνται και σε πελάτες που δεν τα ζήτησαν ή δεν τα έχουν ανάγκη ή που δεν θα είναι σε θέση αργότερα να διεκδικήσουν αποζημιώσεις.
Οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες της Βρετανίας - Lloyds Banking Group, η Barclays και η Royal Bank of Scotland - αντιπροσώπευαν το 63% του συνόλου των καταγγελιών, από 62% το 2012.