Η Μπανγκλαντεσιανή εργάτρια Σούμι Άχτερ φοβόταν να μπει στο κτίριο όπου στεγάζονταν τα υφαντουργία μεγάλων βιομηχανιών έτοιμων ενδυμάτων, καθώς έμοιαζε ετοιμόρροπο αλλά η διεύθυνση την απείλησε ότι δεν θα πληρωθεί αν δεν εργαστεί. Μία ώρα αργότερα έδινε μάχη για τη ζωή της κάτω από τα ερείπια του Ράνα Πλάζα.
Περισσότεροι από 1.130 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους η μητέρα της Άχτερ, στις 24 Απριλίου 2013, όταν κατέρρευσε το επταώροφο κτίριο στη Σάβαρ, δυτικά της Ντάκα, το σοβαρότερο εργατικό δυστύχημα που έχει σημειωθεί ποτέ στο Μπανγκλαντές.
Οι διασώστες πέρασαν πολλές εβδομάδες προσπαθώντας να εντοπίσουν πτώματα και επιζώντες στα συντρίμμια.
Η Σούμι Άχτερ και η μητέρα της, επίσης εργάτρια στο Ράνα Πλάζα, δίστασαν την ημέρα της τραγωδίας να μπουν στο κτίριο, το οποίο ήταν γεμάτο ρωγμές, καθώς φοβόντουσαν ότι θα καταρρεύσει. Την προηγουμένη είχε γίνει μια σύντομη εκκένωση.
«Θα έπρεπε να μας έχουν πει: ‘μην μπείτε στο κτίριο’», δηλώνει, «τόσοι άνθρωποι θα είχαν σωθεί».
Αντίθετα, η διεύθυνση απαίτησε από τους εργαζόμενους να επιστρέψουν στη δουλειά τους, παρά τον προφανή κίνδυνο, τονίζει.
«Πεθαίνουμε σιγά σιγά»
Η τραγωδία ανέδειξε τις φρικτές συνθήκες εργασίας των τεσσάρων εκατομμυρίων εργατών που κατασκευάζουν ρούχα για διεθνείς εταιρείες.
Περισσότεροι από 2.000 άνθρωποι βγήκαν ζωντανοί, αλλά πολλοί αντιμετώπισαν τραύματα, σωματικά και ψυχικά.
«Είμαστε ζωντανοί», προσθέτει η Άχτερ, «αλλά πεθαίνουμε σιγά σιγά».
Σύμφωνα με έρευνα της Action Aid, περίπου το 80% των επιζώντων της τραγωδίας δεν εργάστηκε ποτέ ξανά.
Η Άχτερ έχασε το ένα της πόδι και δεν βρήκε ποτέ εργασία. Έλαβε αποζημίωση 1 εκατ. τάκα (8.500 ευρώ), αλλά τα ιατρικά της έξοδα και η απώλεια εργασίας ξεπερνούν το ποσό αυτό, όπως εκτιμά.
«Το μόνο που θέλω είναι δικαιοσύνη», τονίζει.
Δικαστήριο του Μπανγκλαντές απήγγειλε κατηγορίες εναντίον 38 ανθρώπων για ανθρωποκτονία, ανάμεσά τους ο Σόχελ Ράνα, πολιτικός του κυβερνώντος κόμματος και ιδιοκτήτης του Ράνα Πλάζα.
Όμως η δίκη καθυστερεί τόσο που ο εισαγγελέας Μπιμάλ Σαμαντέρ δεν αναμένει ότι θα υπάρξει απόφαση προτού περάσουν αρκετά χρόνια.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι καταθέσεις δείχνουν ότι οι εργάτες «αναγκάστηκαν» να επιστρέψουν στη δουλειά τους, παρά τον προφανή κίνδυνο.
«Οι διευθυντές, οι ιδιοκτήτες των υφαντουργείων και ο ιδιοκτήτης του κτιρίου τους απείλησαν ότι δεν θα τους πληρώσουν, αν δεν εργαστούν», σημειώνει.
Ο Ναζιμούλ Χούντα, δημοσιογράφος που είχε βιντεοσκοπήσει τις ρωγμές στο κτίριο που προμήνυαν την καταστροφή, δεν έχει κληθεί ακόμη να καταθέσει τρία χρόνια αφού υπέβαλε το βίντεο αυτό προς εξέταση από το δικαστήριο.
Αντίθετα, συνελήφθη για τα ρεπορτάζ του σχετικά με τις διαδηλώσεις των εργατών στα υφαντουργεία και πέρασε μήνες στη φυλακή.
Κατηγόρησε την αστυνομία ότι τον βασάνισε όταν βρισκόταν υπό κράτηση και εκτιμά ότι η σύλληψή του συνδέεται με το βίντεο από το Ράνα Πλάζα.
Εικόνες
«Αν δεν είχα αυτές τις εικόνες από τις ρωγμές, οι ιδιοκτήτες των υφαντουργείων και ο Σόχελ Ράνα θα προσποιούνταν ότι το κτίριο ήταν εντάξει από δομική άποψη», εξηγεί.
«Οι εικόνες απέδειξαν ότι επρόκειτο για καταστροφή για την οποία ευθύνονταν οι άνθρωποι», σημειώνει.
Η κατάρρευση του Ράνα Πλάζα ώθησε τις μεγάλες εταιρείες ενδυμάτων, συνδικάτα και κατασκευαστές να δημιουργήσουν από κοινού οργανισμούς εποπτείας, οι οποίοι πέτυχαν να βελτιωθούν οι κανόνες ασφαλείας.
Η τραγωδία συνέβαλε στην εξυγίανση της βιομηχανίας, παραδέχεται ο Νάφις Ουντ Ντούλα, ιδιοκτήτης υφαντουργείων και μέλος της υπηρεσίας εποπτείας κανόνων ασφαλείας.
«Συνειδητοποιήσαμε ότι τα υφαντουργεία μας δεν θα πρέπει να λειτουργούν με τον τρόπο που τα διαχειριζόμασταν», συνεχίζει.
Η αλλαγή των κανόνων ασφαλείας κόστισε περισσότερα από δύο δισεκ. στον τομέα, ο οποίος όμως επωφελήθηκε από μια εντυπωσιακή αύξηση των παραγγελιών, διευκρινίζει. Οι εξαγωγές υφασμάτων τριπλασιάστηκαν την τελευταία δεκαετία, αποφέροντας στο Μπανγκλαντές 45 δισεκ. δολάρια. Ο μέσος μισθός επίσης τριπλασιάστηκε.
Στο σημείο όπου βρισκόταν άλλοτε το Ράνα Πλάζα τα συνδικάτα των εργαζομένων έφτιαξαν ένα μνημείο για τους νεκρούς εργάτες.
«Οι άνθρωποι δεν σκέφτονται πια το Ράνα Πλάζα. Κανείς δεν μιλά για αυτό», λέει η εργάτρια Λάξμι Σόρεν, αλλά «όταν περνώ από τα συντρίμμια, πονάει η καρδιά μου».
Διαβάστε επίσης: Γαλλία: Η αστυνομία θα επιτρέπει drones για την παρακολούθηση του πλήθους
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ




