Ο Πρόεδρος της Κίνας Σι Ζινπίνγκ δήλωσε στο Ρώσο ομόλογό του Βλάντιμιρ Πούτιν ότι πιστεύει πως η Ρωσία μπορεί να πιέσει για μια πολιτική διευθέτηση της κρίσης στην Ουκρανία, σε συντονισμό με τις άλλες πλευρές ανακοίνωσε το Υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας.
Ο Πρόεδρος Σι τα ανέφερε αυτά κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Πούτιν αργά την Τρίτη περιγράφοντας την κατάσταση στην Ουκρανία ως " εξαιρετικά περίπλοκη και ευαίσθητη", με περιφερειακές και παγκόσμιες επιπτώσεις.
Το Κρεμλίνο από την πλευρά του ανακοίνωσε ότι οι Πρόεδροι Πούτιν και Σι έχουν "κοντινές" απόψεις για την Ουκρανία. Η Μόσχα, ανέφερε ότι οι δυο ηγέτες εξέφρασαν την ελπίδα ότι " τα μέτρα που έλαβε η ρωσική ηγεσία για την ασφάλεια των ρωσόφωνων πολιτών που ζουν στην Κριμαία και τις ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας θα επιτρέψουν τη μείωση των εντάσεων".
Ο Πρωθυπουργός του Καναδά Στίβεν Χάρπερ κάλεσε τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να αποσύρει τα ρωσικά στρατεύματα από το έδαφος της Ουκρανίας.
Σε ανακοίνωση που εξέδωσε το γραφείο του Πρωθυπουργού τονίζεται ότι ο Καναδάς ανακάλεσε τον πρεσβευτή του στη Ρωσία και ανέστειλε τη συμμετοχή του στις προετοιμασίες για τη σύνοδο κορυφής της Ομάδας των Οκτώ (G8) πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικά κρατών του κόσμου στο Σότσι, στη Μαύρη Θάλασσα.
Ο Πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ υποστήριξε ότι "η Ρωσία ανέλαβε το ρίσκο μιας επικίνδυνης κλιμάκωσης" με την αποστολή στρατευμάτων της στην Ουκρανία, υπογραμμίζοντας ότι είναι πιθανόν να επιβληθούν κυρώσεις στη Μόσχα.
"Η Ρωσία ανέλαβε το ρίσκο μιας επικίνδυνης κλιμάκωσης. Ο ρόλος της Γαλλίας, μαζί με την Ευρώπη, υπό τις συνθήκες αυτές, είναι να ασκήσει τις απαιτούμενες πιέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των κυρώσεων, ώστε να βρεθεί ένας δρόμος για το διάλογο, για να βρεθεί μια πολιτική διέξοδος στην κρίση αυτή", είπε ο Ολάντ στην ομιλία του στο ετήσιο δείπνο του Συμβουλίου των Εβραϊκών Οργανώσεων της Γαλλίας (Crif) στο Παρίσι.
Στο μεταξύ, το Λονδίνο διεμήνυσε ότι όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι σε ό,τι αφορά την αντίδρασή του στη ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία, μετά τη δημοσίευση ενός επίσημου εγγράφου στο οποίο αφήνονται υπόνοιες ότι η βρετανική διπλωματία δεν θα ταχθεί υπέρ της επιβολής "εμπορικών κυρώσεων".
Ο Υπουργός Εξωτερικών Ουίλιαμ Χέιγκ διαβεβαίωσε ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων ότι "όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι, τόσο οι διπλωματικές όσο και οι οικονομικές" για να επιτευχθεί μία λύση στην ουκρανική κρίση.
Εξάλλου, σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται ο πληροφοριακός πόλεμος γύρω από το Ουκρανικό, στον οποίο η Μόσχα φαίνεται πως συμμετέχει όχι μόνο με τα "τακτικά πυρά" της ανώτατης πολιτικής και διπλωματικής της ηγεσίας, αλλά και με "προειδοποιητικές βολές" από αξιωματούχους και συμβούλους, οι δηλώσεις των οποίων έχουν πάντως περιορισμένη διάρκεια ζωής.
Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν οι τοποθετήσεις του γνωστού οικονομολόγου και προεδρικού συμβούλου Σεργκέι Γκλάζιεφ, ο οποίος είπε ότι αν επιβληθούν οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, τότε η Μόσχα θα έχει όλο το δικαίωμα να συστήσει να πουληθούν όλα τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, που διαθέτει, αλλά πολύ περισσότερο να αρνηθεί πλέον να χρησιμοποιεί το δολάριο για τις διεθνείς της συναλλαγές και να καταφύγει σε άλλα νομίσματα σε συνεργασία "με τους εταίρους της Ρωσίας σε Ανατολή και Νότο".
"Τίποτε δεν απειλεί τον προϋπολογισμό μας, επιδράσεις μπορούν να υπάρξουν μόνο στο Χρηματιστήριο, στις ισοτιμίες συναλλάγματος", υποστήριξε το μέλος της Επιτροπής Προϋπολογισμού και Φόρων Νικολάι Γκοντσάρ, εκτιμώντας ότι παρόμοιες απειλές από τη Δύση "θέλουν να δοκιμάσουν τις αντοχές της Ρωσίας", να διευκρινίσουν πόσο σταθερές είναι οι θέσεις της χώρας.
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Ινστιτούτου Εθνικής Στρατηγικής Μιχαήλ Ρέμιζοφ η δεύτερη επέτειος της επανεκλογής του Βλαντιμίρ Πούτιν στην προεδρία συμπίπτει με τη δραματική απόφαση για την Κριμαία, μια επιλογή "με μεγάλο κόστος", που πιθανώς να καταστήσει υποχρεωτική μια μορφή "εσωστρέφειας" στην οικονομία της Ρωσίας.
"Ο Πούτιν μεταλλάσσεται", σημειώνει ο δημοσιολόγος Αλεξάντρ Προχάνοφ, εκτιμώντας ότι "βρισκόμαστε ολοφάνερα σε μια φάση αναθεώρησης αξιών και συμμάχων, μεθόδων και τακτικών, που αναδεικνύουν τον Ρώσο Πρόεδρο σε ηγέτη ευρύτερων εθνικών ενοτήτων του σλαβικού και όχι μόνο κόσμου".
Κατά τον Πρόεδρο του Κέντρου Στρατηγικών Επικοινωνιών Ντμίτρι Αμπζάλοφ η εξωτερική πολιτική του Πούτιν τώρα "δοκιμάζεται", καθώς ήταν αδύνατο να μην απαντηθεί από το Κρεμλίνο αυτή η "εξωτερική πρόκληση", που πιθανόν να οδηγήσει και σε εσωτερικές μεταλλάξεις, χωρίς απαραίτητα αυτό να σημαίνει το συνηθισμένο "σφίξιμο των λουριών", που φοβάται κυρίως η ρωσική επιχειρηματική τάξη και η φιλελεύθερη διανόηση, αλλά μια μετεξέλιξη του ρωσικού κράτους πολύ πιο εκτεταμένη και δομική.




