Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε σήμερα προς τα πάνω τις προβλέψεις του περασμένου Νοεμβρίου για το ρυθμό της ανάκαμψης, ενώ ο Αντιπρόεδρος της Κομισιόν εμφανίζεται ικανοποιημένος από τις εξελίξεις, ωστόσο διευκρινίζει ότι η ανάπτυξη είναι εύθραυστη και δεν επιτρέπει εφησυχασμό.

 

Σύμφωνα με τις χειμερινές προβλέψεις, που δημοσιοποίησε σήμερα η Κομισιόν, η οικονομική ανάκαμψη θα συνεχιστεί στα περισσότερα κράτη μέλη αλλά και στο σύνολο της ΕΕ. Προβλέπεται αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5% στην ΕΕ και 1,2% στην ευρωζώνη το 2014, ενώ αναμένεται να επιταχυνθεί το 2015 σε 2% στην ΕΕ και 1,8% στην ευρωζώνη αντίστοιχα. Κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά αποτελεί διόρθωση προς τα πάνω κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις του 2013.

 

Οι προβλέψεις αυτές εξακολουθούν να βασίζονται στην υπόθεση ότι η εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ και σε επίπεδο κρατών μελών θα βελτιώσει την εμπιστοσύνη καθώς και τις οικονομικές συνθήκες και θα προωθήσει τις αναγκαίες οικονομικές προσαρμογές στα κράτη μέλη, αυξάνοντας το αναπτυξιακό τους δυναμικό.

 

«Η ανάκαμψη κερδίζει έδαφος στην Ευρώπη, μετά την επιστροφή στην ανάπτυξη στα μέσα του περασμένου έτους, η επανεξισορρόπηση της ευρωπαϊκής οικονομίας σημειώνει πρόοδο και η ανταγωνιστικότητα στο εξωτερικό βελτιώνεται, ιδιαίτερα στις πιο ευάλωτες χώρες», δήλωσε ο Όλι Ρεν, προσθέτοντας ότι η χειρότερη φάση της κρίσης μπορεί να βρίσκεται πλέον πίσω μας, ωστόσο, όπως είπε, δεν μπορούμε όμως να εφησυχάζουμε, καθώς η ανάκαμψη εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. «Για να ενισχύσουμε την ανάκαμψη και να δημιουργήσουμε περισσότερες θέσεις εργασίας πρέπει να συνεχίσουμε τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις», είπε.

 

Όπως επισημαίνει η Κομισιόν, η δραστηριότητα έχει αρχίσει να ενισχύεται και στις ευάλωτες χώρες, και η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί. Ωστόσο, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά προηγούμενων περιπτώσεων ανάκαμψης μετά από σοβαρές οικονομικές κρίσεις, η τωρινή ανάκαμψη φαίνεται μάλλον αργή στο σύνολό της. Η εικόνα αυτή αντανακλά τη συνέχιση, αν και με μειούμενο ρυθμό, των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης στις πιέσεις απομόχλευσης, στους περιορισμούς της χρηματοδότησης, καθώς και στις ανάγκες εσωτερικής και εξωτερικής προσαρμογής.

 

Παρά το γεγονός ότι οι όροι χρηματοδότησης είναι ευνοϊκοί, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ επιχειρήσεων διαφορετικού μεγέθους. Παρ `όλα αυτά, αφού παρουσίασαν έντονη μείωση για αρκετά τρίμηνα, οι επενδύσεις ανέκαμψαν και αναμένεται να κερδίσουν έδαφος εντός του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων, ακόμη και, σε κάποιο βαθμό, στον τομέα των κατασκευών. Η μείωση της αβεβαιότητας θα πρέπει να ενισχύσει τη ζήτηση, η οποία αναμένεται να είναι η βασική κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, καθώς οι προαναφερθέντες παράγοντες υποχωρούν σταδιακά, αναφέρει η Επιτροπή.

 

Η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από αργή σταθεροποίηση της απασχόλησης, με την ανεργία να παραμένει υψηλή, καθώς οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας συνήθως καθυστερούν, σε σχέση με τις εξελίξεις όσον αφορά το ΑΕΠ, κατά ένα εξάμηνο ή και περισσότερο. Αν συνεχιστεί αυτή η τάση, διαφαίνονται προοπτικές για μέτρια αύξηση της απασχόλησης από εφέτος και μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 10,4% στην ΕΕ και στο 11,7 % στην ευρωζώνη μέχρι το 2015, αν και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών.

 

Το 2014 προβλέπεται χαμηλός πληθωρισμός τιμών καταναλωτή στην ΕΕ και την ευρωζώνη με ποσοστά 1,2% και 1% αντίστοιχα, ο οποίος θα αυξηθεί ελαφρώς κατά περίπου 0,25% το 2015, όταν θα αυξηθεί ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης.

 

Αναφερόμενος στον πληθωρισμό, ο κ. Ρεν τόνισε ότι είναι λογικό να βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα στις ευάλωτες χώρες που εφαρμόζουν προγράμματα, ωστόσο αυτό δεν πρέπει να διαρκέσει πολύ καιρό και επιπλέον δεν πρέπει να συνεχιστεί ο χαμηλός πληθωρισμός στο σύνολο της Ευρωζώνης, γιατί θα προκαλέσει προβλήματα, ενώ άφησε σαφέστατα να εννοηθεί ότι η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά την κατάσταση και δεν θα διστάσει να παρέμβει εάν κριθεί αναγκαίο.

 

Η μείωση των ελλειμμάτων αναμένεται να συνεχιστεί και το 2014, όπου αναμένεται να περιοριστούν στο 2,7% του ΑΕΠ στην ΕΕ και στο 2,6% στην ευρωζώνη, ενώ ο λόγος «δημόσιο χρέος - ΑΕΠ» στην ΕΕ θα φτάσει σχεδόν το 90% στην ΕΕ και το 96% στην ευρωζώνη.

 

Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι κίνδυνοι είναι πιο ισορροπημένοι από ό,τι ήταν το φθινόπωρο. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος επιδείνωσης των προοπτικών ανάπτυξης είναι να απολεσθεί εκ νέου η εμπιστοσύνη λόγω της στασιμότητας των μεταρρυθμίσεων σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο. Αν συμβεί κάτι τέτοιο θα αυξηθεί το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης περιόδου ισχνής ανάπτυξης στην Ευρώπη, με αρνητικές επιπτώσεις για την οικονομική δραστηριότητα στον χρονικό ορίζοντα των προβλέψεων, σημειώνει η Κομισιόν.

 

Επίσης η συνέχιση του πολύ χαμηλού πληθωρισμού στην ευρωζώνη θα μπορούσε να συνεπάγεται κινδύνους για την εξισορρόπηση της οικονομίας. Ωστόσο, όπως τονίζεται, με δεδομένη τη σταδιακή ενίσχυση της ανάκαμψης και την αύξηση της εμπιστοσύνης, υπάρχει οριακή μόνο πιθανότητα για κραδασμούς τόσο σημαντικούς, ώστε να μπορούν να ανατρέψουν τις προσδοκίες για πληθωρισμό και να οδηγήσουν σε έναν πανευρωπαϊκό αποπληθωρισμό.

 

Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι υπάρχει από την άλλη πλευρά και το ενδεχόμενο η ανάκαμψη να είναι ισχυρότερη από την προβλεπόμενη, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση εφαρμογής περαιτέρω τολμηρών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε τη θετική αλληλεπίδραση μεταξύ της εμπιστοσύνης, της οικονομικής ανάπτυξης - ιδίως των επενδύσεων - και της ικανότητας του τραπεζικού τομέα να χορηγεί δάνεια.