Τις βουλευτικές εκλογές του Ισραήλ σχολίασε στο Μεσημέρι και Κάτι ο Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μπεν Κουριόν, Γαβριήλ Χαρίτος.

Μεταξύ άλλων, σημείωσε ότι μέχρι στιγμής «είναι άνετη η υπεροχή της παράταξης του Βενιαμίν Νετανιάχου, 65 είναι οι έδρες που εξασφαλίζει έναντι των 120 της Κνεσέτ σε αντίθεση με την παράταξη της απερχόμενης κυβέρνησης υπό τον Γιαΐρ Λαπίντ, η οποία συγκεντρώνει 50 έδρες. Αυτή η αναλογία μπορεί να διαμορφωθεί τις επόμενες ώρες υπέρ του Νετανιάχου ακόμα περισσότερο, επειδή γίνεται η καταμέτρηση των ψήφων των στρατιωτών και συνήθως είναι παρατηρημένο ότι  οι κάλπες που πηγαίνουν από στρατόπεδο σε στρατόπεδο βοηθούν περισσότερο τα κόμματα από τη δεξιά. Μία παραπάνω πιστεύω θα την πάρει».

Σε ερώτηση πόσο θα αντέξει μια κυβέρνηση Νετανιάχου εάν λάβουμε υπόψη τις περιπέτειες που έχει με τη δικαιοσύνη, απάντησε ότι «οι δίκες του Νετανιάχου είναι σε εξέλιξη. Δεν αναμένεται μια δικαστική απόφαση που θα τον καταδικάζει, εάν θα τον καταδικάζει, άμεσα. Αυτό το ερώτημα θα πρέπει να το απαντήσουμε σε μια πενταετία. Είναι μεγάλο το θέμα των δικών και δεν ήταν το βασικότερο ζήτημα σε αυτές τις εκλογές. Το διακύβευμα των εκλογών, οι οποίες ήταν πολύ διαφορετικές, ήταν οι σχέσεις της θρησκείας με το κράτος. Απασχόλησε επίσης το ζήτημα ενός ισλαμιστικού κόμματος από την αραβική μειονότητα, το οποίο είχε υποστηρίξει την προηγούμενη κυβέρνηση. Σε αυτά τα γεγονότα προστέθηκε η «αποστασία» του Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος προέρχεται από την ακροδεξιά και πριν από τις προηγούμενες εκλογές είχε δηλώσει ότι θα υποστηρίξει Νετανιάχου, ενώ μετά τις εκλογές άλλαξε στρατόπεδο».

Εξήγησε ότι «αυτή η «αποστασία» εξόργισε την ακροδεξιά και ανέβασε τον Θρησκευτικό Σιωνισμό, ένα κόμμα που ως τώρα ήταν στο περιθώριο, στις 14 έδρες (πριν συγκέντρωνε από 4 μέχρι έξι έδρες). Το εν λόγω κόμμα έχει μια συγκεκριμένη ατζέντα που επιθυμεί την επιβολή της εβραϊκής και θρησκευτικής φυσιογνωμίας, της κοινωνίας και τρόπου της πολιτικής. Αυτό είναι μια μεγάλη παγίδα και πρόκληση για τον Νετανιάχου. Έχει δώσει την υπόσχεση στα στελέχη αυτού του κόμματος ότι θα έχουν υπουργεία, όμως η πολιτική ατζέντα αυτού του κόμματος είναι πολύ θρησκευτική πολύ εθνικιστική ενδέχεται να προκαλέσει θέματα στην εξωτερική πολιτική. Για παράδειγμα έχουμε τις συμφωνίες του Αβραάμ, οι οποίες εγκαθιδρύουν μία πολιτική και στρατηγική σχέση με τις χώρες του Κόλπου κτλ, και θα είναι δύσκολο να προχωρήσουν όλα όσα άρχισαν με τον αραβικό κόσμο, όταν υπουργοί της κυβέρνησής του θα έχουν μια άλλη ατζέντα, καθόλου φιλική με τη συνεννόηση Ισραήλ με τον αραβικό κόσμο και την αραβική μειονότητα».

Ερωτηθείς για την επαναπροσέγγιση Ισραήλ- Τουρκίας, απάντησε ότι «η ιστορία αυτό που διδάσκει όταν παρακολουθήσεις την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ είναι ότι υπάρχει συνέχεια. Η επόμενη κυβέρνηση κοιτάζει να διαφυλάξει ότι καλό έχει συμβεί από την προηγούμενη, ανεξαρτήτως των ιδεολογικών διαφορών. Η προηγούμενη κυβέρνηση του Λαπίντ έχει αποκαταστήσει πλήρως τις διπλωματικές σχέσεις, ενώ σε αυτό το στάδιο άρχισαν να συνεννοούνται τα στρατιωτικά επιτελεία. Είχαμε πριν μία εβδομάδα την επίσκεψη του ΥΠΑΜ στην Άγκυρα, στην οποία δεν λήφθηκαν αποφάσεις αλλά ήταν το προοίμιο για ένα σταδιακό επανασυντονισμό».

Πρόσθεσε ότι «είναι καλό που επιστρέφει ο Νετανιάχου στην πρωθυπουργία του Ισραήλ και για την Ελλάδα και την Κύπρο. Ο λόγος είναι ότι τον γνωρίζουμε, επί μία δεκαετία, μιλάμε με τον Νετανιάχου και τους επιτελείς του. Εκτιμώ ότι δεν θα χαλάσει τις σχέσεις του με την Τουρκία έτσι ξαφνικά ούτε βέβαια θα αναιρέσει τις συμφωνίες που έγιναν με τον Λίβανο. Ίσως να κάνει κάποιες αναθεωρήσεις. Επειδή η αντέγκληση μεταξύ Νετανιάχου- Ερντογάν ήταν προσωπική, πιστεύω ότι θα δημιουργηθεί αυτό το επικοινωνιακό πλαίσιο, ούτως ώστε να ομαλοποιηθούν οι επαφές με τις δύο χώρες.

Διαβάστε επίσης: Στο 79,8% η καταμέτρηση στο Ισραήλ: 65 έδρες για τον συνασπισμό Νετανιάχου