Ο Γενικός Εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Nils Wahl εκτίμησε σήμερα ότι εάν οι ρήτρες για τη συναλλαγματική ισοτιμία δανείων σε ξένο νόμισμα δεν είναι σαφείς και κατανοητές, τότε ο δανειολήπτης μπορεί να προσφύγει στα εθνικά δικαστήρια για δικαίωση.
Η εκτίμηση αυτή έχει τη μορφή εισήγησης προς την ολομέλεια των Ευρωπαίων δικαστών, οι οποίοι καλούνται να απαντήσουν σε σχετικό προδικαστικό ερώτημα του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ουγγαρίας.
Η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει ότι οι καταναλωτές δεν δεσμεύονται από τις καταχρηστικές ρήτρες που περιλαμβάνονται σε σύμβαση συναφθείσα με επαγγελματία.
Η υπόθεση αφορά ένα ζεύγος Ούγγρων, το οποίο το 2008 συνήψε με μια ουγγρική τράπεζα σύμβαση ενυπόθηκου δανείου σε ξένο νόμισμα. Η τράπεζα χορήγησε δάνειο ύψους 14,4 εκατ. φιορινίων (46.469 ευρώ), του οποίου η ισοτιμία σε ελβετικά φράγκα καθορίστηκε σε 94.240,84. Βάσει της σύμβασης, το ζεύγος ενημερωνόταν ότι πέραν του ποσού του δανείου, οι τόκοι και τα διαχειριστικά έξοδα, καθώς και οι τόκοι υπερημερίας και τα λοιπά έξοδα θα υπολογίζονταν επίσης σε ελβετικά φράγκα.
Το ζεύγος προσέβαλε ενώπιον των ουγγρικών δικαστηρίων τη ρήτρα δυνάμει της οποίας η τράπεζα μπορούσε να υπολογίσει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις βάσει της τιμής πώλησης του ελβετικού φράγκου. Υποστήριξε ότι η ρήτρα αυτή είναι καταχρηστική, στο μέτρο που προβλέπει, για την αποπληρωμή του δανείου, την εφαρμογή συναλλαγματικής ισοτιμίας διαφορετικής από εκείνη που εφαρμόσθηκε κατά την αποδέσμευση του κεφαλαίου.
Ο Γενικός Εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, εκτιμά ότι ο σαφής και κατανοητός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας πρέπει να παρέχει στον καταναλωτή τις πληροφορίες βάσει των οποίων θα είναι σε θέση να σταθμίσει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της σύναψης της δεδομένης σύμβασης, καθώς και τους κινδύνους που η συγκεκριμένη πράξη εμπερικλείει. Ο καταναλωτής θα πρέπει να κατανοεί όχι μόνον το περιεχόμενο της ρήτρας, αλλά ομοίως τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν, αναφέρει ο Γενικός Εισαγγελέας.
Σχετικά με την επίμαχη δανειακή σύμβαση, ο Γενικός Εισαγγελέας εκτιμά ότι οι συμβατικοί όροι για τη συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόσθηκε κατά την αποδέσμευση και κατά την αποπληρωμή του δανείου είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. Φρονεί, εντούτοις, ότι αμφιβολίες δύνανται να εκφρασθούν περί του κατά πόσον ο καταναλωτής ήταν σε θέση να κατανοήσει ότι επιβαρυνόταν με επιπλέον κόστος λόγω της διαφοράς μεταξύ της τιμής πωλήσεως και της τιμής αγοράς του ξένου νομίσματος. Συναφώς, εκτιμά ότι εναπόκειται στην ουγγρική δικαιοσύνη να δώσει απάντηση στο ερώτημα αυτό λαμβανομένων υπόψη των αντικειμενικών στοιχείων που παρασχέθηκαν κατά τη σύναψη της σύμβασης.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα εκδώσει την τελική απόφαση μέσα στις επόμενες βδομάδες, ενώ κατά κανόνα εισακούει την εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα.




