Το άρθρο έχει τον τίτλο «Τα γλυπτά του Παρθενώνα είναι τα ωραιότερα έργα τέχνης στον κόσμο και για αυτό πρέπει να τα επιστρέψουμε».
«Που ανήκουν; Πως μπορεί κανείς να τα φροντίσει και να τα εκθέσει;», διερωτάται ο αρθογράφος τονίζοντας πως τα γλυπτά δημιουργήθηκαν για να διακοσμήσουν τον Παρθενώνα που ακόμα και σήμερα «κυριαρχεί στον ορίζοντα της ελληνικής πρωτεύουσας».
Όπως εξηγεί, αφαιρέθηκαν από τον Λόρδο Έλγιν και μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο, όπου βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο, παρότι η Ελλάδα επιθυμεί την επιστροφή τους.
«Πού ανήκουν στην πραγματικότητα τα γλυπτά του Παρθενώνα;», διερωτάται ο Τζόουνς και προσθέτει πως οι μοναδικοί ανταγωνιστές τους σε ομορφιά, είναι τα έργα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι και του Μικελάντζελο. «Έχουν ζωή, ενέργεια, ηρεμία και μεγαλοπρέπεια […] Τέτοιες λεπτομέρειες που συνθέτουν μία ομορφιά όπως αυτή, συναγωνίζονται μόνο με τα έργα της Αναγέννησης», τονίζει.
Επισημαίνει, οτι αν οι τοιχογραφίες της Καπέλα Σιξτίνα είχαν αφαιρεθεί και τοποθετηθεί στην Εθνική Πινακοθήκη δε θα μπορούσαν οι επισκέπτες να θαυμάσουν την ομορφιά τους.
«Θα αγωνιζόμασταν να φανταστούμε την δύναμη των έργων του Μικελάντζελο στην αρχική τους θέση. Θα χάναμε την αγωνία να τεντώσουμε το λαιμό μας και τον ενθουσιασμό να διασχίσουμε το Βατικανό για να τα δούμε, παρά την φασαρία τους ουράς», σχολιάζει ο Βρετανός δημοσιογράφος.
Η θλιβερή αλήθεια
Η θλιβερή αλήθεια, τονίζει ο αρθρογράφος, είναι ότι μέσα στο Βρετανικό Μουσείο δε μπορεί κανείς να θαυμάσει την τελειότητα των γλυπτών γιατί βρίσκονται εκτεθειμένα σε μία γκρίζα, νεοκλασική αίθουσα «όπου οι πέτρινοι τοίχοι της δεν κάνουν αρκετή αντίθεση με αυτά τα λίθινα έργα τέχνης - είναι ένας νεκρικός χώρος που φιμώνει την σημαντικότερη ελληνική τέχνη αντί να την αναδεικνύει».
Επομένως, καταλήγει ο Τζόουνς, αν το Βρετανικό Μουσείο θέλει να τα κρατήσει τότε πρέπει να βρει τα χρήματα για να τα εκθέσει με πιο μοντέρνο τρόπο. Διαφορετικά, υποστηρίζει, θα μπορούσε να τα επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου έχει ήδη κατασκευαστεί ένα «υπέροχο, σύγχρονο μουσείο», από το οποίο κανείς μπορεί να δει τον ίδιο τον Παρθενώνα χάρη στην τζαμαρία του μουσείου της Ακρόπολης, γεγονός που δημιουργεί μία μοναδική σύνδεση ανάμεσα στην τέχνη και το αρχιτεκτονικό σπίτι των μαρμάρων.
Τα μάρμαρα του Παρθενώνα πρέπει να βρίσκονται εκεί που ανήκουν
«Την πρώτη φορά που επισκέφτηκα τον Παρθενώνα μαγεύτηκα από την μοναδική φωτεινότητα και την τελειότητά του και σκέφτηκα ότι είναι απόλυτα προφανές πως τα μάρμαρα του Παρθενώνα πρέπει να βρίσκονται στην Αθήνα», αναφέρει ο αρθρογράφος, ο οποίος προσθέτει ότι τότε είχε ξεκινήσει καμπάνια για την επιστροφή τους, η οποία είχε περισσότερο εθνικιστικά «χρώματα», παρά καλλιτεχνικά.
Ο Τζόουνς, επισημαίνει πως τα γλυπτά βρίσκονται σε εξαιρετική κατάσταση στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ εκείνα στην Αθήνα «έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές εξαιτίας της μόλυνσης». Βέβαια, προσθέτει πως όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν καθώς τη δεκαετία του 1970 πράγματι τα γλυπτά ήταν πιο ασφαλή στο μουσείο του Λονδίνου.
«Σήμερα, ανήκουν στο μουσείο της Ακρόπολης. Εθνικιστικό ή όχι, η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι αγαπά την τέχνη και τη βλέπει έτσι όπως είναι. Η Ελλάδα και όχι το Βρετανικό Μουσείο πρέπει να είναι ο θεματοφύλακας της μεγαλύτερης τέχνης του κόσμου, για τον κόσμο. Και για την τέχνη», ολοκληρώνει ο Τζόουνς.




