Το Δεκέμβριο του 2012, ο επιχειρηματίας Λαυρέντης Λαυρεντιάδης οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού, έχοντας κριθεί από τις εισαγγελικές αρχές προφυλακιστέος, κατηγορούμενος για μία σειρά από απάτες στην τράπεζα Proton.
Το διάστημα των 18 μηνών παρήλθε δίχως να έχει αρχίσει η εναντίον του δικαστική διαδικασία, και όπως προβλέπει ο Νόμος αποφυλακίζεται.
Του επιβλήθηκαν, όμως, περιοριστικοί όροι. Καταβολή χρηματικής εγγύησης 500.000 ευρώ. Απαγόρευση εξόδου από την χώρα. Και υποχρέωση να εμφανίζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, που θα οριστούν, σε αστυνομικό τμήμα της περιοχής του.
Διευκρινίζεται ότι τα μέτρα αυτά επιβλήθηκαν, όχι για την υπόθεση της Proton Bank, αλλά για ένα άλλο, πρόσφατο ένταλμα προσωρινής κράτησής του, που είχε εκδοθεί σε σχέση με άλλη υπόθεση στην οποία επίσης φέρεται να εμπλέκεται.
Αυτή η επιπλέον προσωρινή κράτηση δεν μπορεί να παραταθεί, και ως εκ τούτου θεωρείται ότι παρήλθε το 18μηνο της αρχικής προφυλάκισης (συνολικά, δηλαδή, έμεινε στη φυλακή 19 μήνες), και πρέπει να αφεθεί ελεύθερος.
Βάσει του νόμου, εάν κριθεί ένοχος στη δίκη που θα γίνει, όποτε γίνει, από την ποινή του θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα της προφυλάκισης. Εάν αθωωθεί, τότε έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο διεκδικώντας αποζημίωση για την υλική και ηθική βλάβη που υπέστη από εσφαλμένη προφυλάκιση.
Ο κ. Λαυρεντιάδης, 42 ετών, κατηγορείται ότι συνέστησε μία «δομημένη ομάδα με πλήρως ελεγχόμενα από αυτόν πρόσωπα» στην τράπεζα Proton Bank, της οποίας ήταν μεγαλομέτοχος, ώστε να χορηγούνται «χωρίς τις απαιτούμενες εγγυήσεις» μεγάλα δάνεια προς εταιρείες δικών του συμφερόντων, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί πολλαπλώς η τράπεζα. Το ποσό που ξοδεύτηκε σε επισφαλή δάνεια υπολογίζεται ότι είναι περί τα 700 εκατ. ευρώ.
Πριν από μερικούς μήνες ο επιχειρηματίας είχε υποβάλει αίτηση αποφυλάκισής του, επικαλούμενος «σοβαρά και αξεπέραστα προβλήματα υγείας». Δημοσιογραφικές πληροφορίες τον εμφάνιζαν μάλιστα να νοσηλεύεται στο ψυχιατρείο των κρατουμένων στις φυλακές Κορυδαλλού «σε πολύ άσχημη κατάσταση». Η αίτησή του, όμως, είχε απορριφθεί.
Πηγή ΚΥΠΕ




