Παρά την πανδημία, το εμπόριο γεωργικών προϊόντων της ΕΕ παρέμεινε σταθερό καθ 'όλη τη διάρκεια Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2020. Κατά την περίοδο αυτή, η αξία των εξαγωγών γεωργικών προϊόντων στην ΕΕ ανήλθε στα 168,5 δισεκατομμύρια ευρώ (+0,9% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το 2019), ενώ η αξία των εισαγωγών έφτασε στα 112,3 δισεκατομμύρια ευρώ (+0,4%).

Η Κίνα παρέμεινε ο κύριος αναπτυξιακός προορισμός για τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων στην ΕΕ, με τη ζήτηση χοιρινού κρέατος, σιτηρών και βρεφικής τροφής να συμβάλλουν στην αύξηση των συνολικών εξαγωγικών αξιών στα 3,71 δισ. ευρώ.

Ένα ευρύ φάσμα προϊόντων οδήγησε στην αύξηση της αξίας των εξαγωγών γεωργικών τροφίμων της ΕΕ προς την Ελβετία κατά 600 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ η άνοδος των εξαγωγών προς την περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, ιδίως στις περιπτώσεις της Σαουδικής Αραβίας (+577 εκατομμυρίων ευρώ), της Αλγερίας (+444 εκατομμυρίων ευρώ) και του Μαρόκου (+412 εκατομμύρια ευρώ) αφορούσαν κυρίως δημητριακά και γαλακτοκομικά προϊόντα.

Από την άλλη, η αξία των εξαγωγών της ΕΕ προς τις ΗΠΑ μειώθηκε κατά 496 εκατομμύρια ευρώ, με τα αλκοολούχα ποτά και το κρασί να είναι τα κύρια προϊόντα που επηρεάζονται. Η αξία των εξαγωγών της ΕΕ μειώθηκε επίσης στις περιπτώσεις της Σιγκαπούρης (κατά 357 εκατομμύρια ευρώ) και της Ιαπωνίας (κατά 307 εκατομμύρια ευρώ).

Όσον αφορά τις εξαγωγές της ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτές σημείωσαν ελαφρά αύξηση της τάξεως των 15 εκατομμυρίων ευρώ σε σύγκριση με τον Ιανουάριο-Νοέμβριο του 2019. Οι εξαγωγές σιτηρών, ζυμαρικών και ειδών ζαχαροπλαστικής στην ΕΕ επωφελήθηκαν ιδιαίτερα, αν και οι πωλήσεις κρασιού, αλκοολούχων ποτών και κρέατος πουλερικών μειώθηκαν αισθητά. Σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο το 2019, οι εισαγωγές της ΕΕ από το Ηνωμένο Βασίλειο μειώθηκαν κατά 1,44 δισ. ευρώ. Η πτώση επηρέασε πολλές κατηγορίες προϊόντων, κυρίως αλκοολούχα ποτά και λικέρ.

Ο Καναδάς παρέμεινε μια αναπτυσσόμενη πηγή για τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων στην ΕΕ, με αύξηση 854 εκατομμυρίων ευρώ λόγω της ελαιοκράμβης και του σκληρών σιτηρών. Οι εισαγωγές από τη Βραζιλία αυξήθηκαν κατά 618 εκατομμύρια ευρώ, λόγω των σπόρων σόγιας, ενώ το φοινικέλαιο αυξήθηκε τόσο από την Ινδονησία (κατά 587 εκατομμύρια ευρώ) όσο και από τη Μαλαισία (+490 εκατομμύρια ευρώ).

Από την άλλη πλευρά, οι τιμές των εισαγωγών μειώθηκαν σε σχέση με τα γεωργικά προϊόντα από την Ουκρανία (κατά 806 εκατομμύρια ευρώ), τις ΗΠΑ (698 εκατομμύρια ευρώ) και την Ινδία (244 εκατομμύρια ευρώ).

Όσον αφορά τις κατηγορίες προϊόντων, μειώθηκαν οι τιμές εισαγωγής χονδροειδών κόκκων (κατά 1,14 δισεκατομμύρια ευρώ), αλκοολούχων ποτών (494 εκατομμύρια ευρώ) και του βοδινού κρέατος (381 εκατομμύρια ευρώ). Στο μεταξύ, οι τιμές εισαγωγής αυξήθηκαν για τα φρέσκα και αποξηραμένα τροπικά φρούτα (κατά 586 εκατομμύρια ευρώ), το φοινικέλαιο (έως 690 εκατομμύρια ευρώ), και τα λιπαρά οξέα (+673 εκατομμύρια ευρώ).

Η πανδημία συνέχισε να επηρεάζει τις εξαγωγικές αξίες αλκοολούχων ποτών και λικέρ της ΕΕ (μειώνοντας κατά 1,54 δισεκατομμύρια ευρώ) και το κρασί (κατά 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ). Άλλες κατηγορίες προϊόντων που παρουσίασαν μείωση κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν τα ακατέργαστα δέρματα (μείωση κατά 604 εκατομμύρια ευρώ), το βαμβάκι (πτώση 382 εκατομμύρια ευρώ) και το κρέας πουλερικών (πτώση 287 εκατομμυρίων ευρώ).

Όσον αφορά τις εξαγωγές, το χοιρινό κρέας και τα σιτηρά συνέχισαν να είναι οι ισχυρότερες κατηγορίες προϊόντων, με αύξηση 2,12 δισεκατομμυρίων ευρώ και 1,59 δισεκατομμυρίων ευρώ αντίστοιχα. Άλλες αναπτυσσόμενες κατηγορίες προϊόντων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν οι ζωοτροφές (κατά 463 εκατομμύρια ευρώ), το ηλιέλαιο (έως 389 εκατομμύρια ευρώ), τα ζυμαρικά και τα είδη ζαχαροπλαστικής (έως 340 εκατομμύρια ευρώ).