Σε τέτοια εποχή κρίσης είναι αξιοθαύμαστο που ακόμα βλέπουμε κέντρα/καφέ/φαστφουντάδικα να ανοίγουν σε κάθε γωνιά. Αξιοθαύμαστο που κάποιοι νέοι επιχειρηματίες έχουν αυτό το θάρρος. Θάρρος που υποθέτουμε ότι βασίζεται σε κάποιο ρεαλιστικό επιχειρηματικό σχέδιο; Δυστυχώς όχι, αν κρίνουμε από το ότι με την ίδια ταχύτητα κλείνουν άλλες τόσες παρόμοιες επιχειρήσεις.
Είναι γεγονός ότι ο κόσμος πάντα θέλει να φάει: You can’t go wrong selling food. Σ’ εποχές κρίσης αυτό ισχύει, προπαντός αν ετοιμάζεις μόνος σου το προϊόν και το πουλάς με βοηθό τη γυναίκα, το άνδρα ή το παιδί σου. Αν εισάγεις το προϊόν ή πληρώνεις δικαιώματα, αν ξοδεύεις υπολογίσιμο κεφάλαιο για το ντεκόρ σου και πληρώνεις υπαλλήλους, τα πράγματα αλλάζουν. Στην ίδια γειτονιά της Λεμεσού άνοιξαν τέσσερα γιαουρτάδικα. ΟΚ, ice-yoghurt is the in-thing, αλλά είναι τόση η ζήτηση για κρύο γιαούρτι και δη μέσα στο χειμώνα; Ή μήπως οι νέοι επιχειρηματίες μας δεν έκαναν τα κόπο να ερευνήσουν τι κάνει ο συναγωνισμός, αλλά ούτε και να ετοιμάσουν το Plan B τους;
Κάποιος νεαρός επιχειρηματίας μου είπε «εμείς οι Κύπριοι είμαστε κατά βάθος τεμπέληδες, διαλέγουμε την εύκολη επιλογή».
Δεν πιστεύω ότι ισχύει για όλους. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι να καλλιεργήσουν οι Κύπριοι τη φαντασία τους, όχι ν’ αντιγράφουν το διπλανό. Εκείνοι που το έκαναν αποδείχτηκαν αποτελεσματικοί. Ο νεαρός Δημήτρης Παπακώστας αποτελεί τρανό παράδειγμα. Το μέλι που παράγει η οικογενειακή του επιχείρηση «Τζιβέρτι», αναδείχτηκε πρόσφατα ως το «καλύτερο μέλι του κόσμου»(!) ανάμεσα σε 112 συναγωνιζόμενα προϊόντα από 56 χώρες. Αξιόλογο δεν είναι μόνο το επίτευγμα, αλλά και η προσέγγισή του. Θεωρεί ότι η Κύπρος είναι πολύ μικρή για να συναγωνιστεί τις μαζικές αγορές, αλλά έχει πολλές δυνατότητες να παράγει ψηλής ποιότητας προϊόντα για niche markets και δη αν βασιστούμε στα προϊόντα που προσφέρει η φύση. Το κλίμα μας παράγει τόση πλούσια ποικιλία άγριας βλάστησης που μπορεί να μεταποιηθεί σε πολλά προϊόντα, αλλά πρέπει να δώσουμε προσοχή στην έρευνα και στη λεπτομέρεια για να παράξουμε κάτι ξεχωριστό.
Είναι σαφές ότι αυτή η προσέγγιση δεν αφορά μόνο την παραγωγή μελιού. Σαπούνια, προϊόντα αισθητικής ακόμα και pate από ελιά είναι πιθανότητες που δεν τις έχουμε εξαντλήσει. Οι Κύπριοι δερματολόγοι εισάγουν ακριβά προϊόντα βασισμένα στο πορτοκάλι και το σταφύλι. Γιατί δεν τα παράγουμε στη χώρα μας που έχουμε υπερπληθώρα και των δυο; Εκείνο που χρειάζεται είναι να ξεπεράσουμε το στάδιο της απλής οικοτεχνίας. Λόγου χάρη, το βράσιμο των ροδόφυλλων που έκαναν οι γιαγιάδες μας για να παράξουν ροδόσταγμα, δεν είναι πια αποτελεσματικό. Τα σχέδια νεανικής επιχειρηματικότητας θα ήταν πιο φρόνιμο αντί να χορηγούν τη διακόσμηση ακόμα μιας επισιτιστικής επιχείρησης, να εστιάσουν σε μικροβιομηχανίες παραγωγής, να επιχορηγήσουν μηχανήματα και τ’ άλλα χρειώδη. Μέσα στα χρειώδη περιλαμβάνονται εκτός των μηχανημάτων οι εργαστηριακές έρευνες και αναλύσεις. Αναμφίβολα τα προϊόντα της κυπριακής φύσης περιέχουν πολλά συστατικά που συντελούν στην καλή υγεία και ευεξία του καταναλωτή, αλλά αν δεν το έχουμε ερευνήσει, πως θα το διαφημίσουμε;
Αν είστε μεταξύ των πολλών, σχετικά νέων ανθρώπων, που αφυπηρέτησαν οικειοθελώς από τον οργανισμό τους μ’ ένα σχετικό κομπόδεμα και σκέφτεστε να στήσετε κάτι δικό σας, κάντε πρώτα ένα περίπατο στην εξοχή, πριν αρχίσετε υπολογισμούς στον ηλεκτρονικό υπολογιστή σας. Αν μη τι άλλο ο καθαρός αέρας θα σας προσφέρει τροφή για νέες σκέψεις….
Το άρθρο το υπογράφει η Δρ. Άρτεμις Γιορδαμλή, εκτελεστική διευθύντρια του Κυπριακού Ιδρύματος Προστασίας του Περιβάλλοντος - Terra Cypria www.terracypria.org.cy. Το συγκεκριμένο άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του έργου BIOforLIFE Project (2012-2015) που στόχο έχει να ευαισθητοποιήσει για την αξία της βιοποικιλότητας στη ζωή μας.




