Σε επαγρύπνηση καλούνται να βρίσκονται οι κτηνοτρόφοι μετά τον εντοπισμό περιστατικών Καταρροϊκού Πυρετού του Προβάτου σε αιγοπρόβατα στην Κύπρο, με τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες να παρακολουθούν την επιδημιολογική κατάσταση και να προχωρούν στα προβλεπόμενα μέτρα.

Τη δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν καταγραφεί τρία περιστατικά με εργαστηριακή επιβεβαίωση από τις 15 Σεπτεμβρίου 2026, δύο στην επαρχία Λευκωσίας και ένα στην επαρχία Λεμεσού. Από τα τρία περιστατικά νόσησαν συνολικά 46 ζώα, εκ των οποίων 10 κατέληξαν.

Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, τα περιστατικά που έχουν επιβεβαιωθεί εργαστηριακά αφορούν τον ορότυπο 4 του ιού (BTV-4), ο οποίος έχει εντοπιστεί και στο παρελθόν στην Κύπρο. Η νόσος καταγράφεται στη χώρα εδώ και δεκαετίες, ενώ κατά καιρούς έχουν εντοπιστεί διαφορετικοί ορότυποι.

Ο Καταρροϊκός Πυρετός είναι λοιμώδης νόσος των κατοικίδιων και άγριων μηρυκαστικών και προσβάλλει κυρίως τα πρόβατα, ενώ μπορεί επίσης να προσβάλει αίγες, βοοειδή και άλλα ευπαθή μηρυκαστικά.

Η νόσος δεν μεταδίδεται άμεσα από ζώο σε ζώο, αλλά μέσω νυγμάτων εντόμων του γένους Culicoides, τα οποία λειτουργούν ως φορείς του ιού.

Η εποχικότητα και ο ρόλος της θερμοκρασίας

Η εμφάνιση και εξάπλωση του Καταρροϊκού Πυρετού παρουσιάζει έντονη εποχικότητα, καθώς συνδέεται άμεσα με τη δραστηριότητα των εντόμων που μεταδίδουν τον ιό.

Οι σχετικά υψηλές θερμοκρασίες και η υγρασία ευνοούν τη δραστηριότητα και τον πολλαπλασιασμό των Culicoides. Αντίθετα, η πτώση της θερμοκρασίας περιορίζει σημαντικά τη δραστηριότητά τους και, κατά συνέπεια, μειώνει τον κίνδυνο διασποράς και μετάδοσης του ιού.

Τα συμπτώματα που πρέπει να προσέξουν οι κτηνοτρόφοι

Η νόσος μπορεί να εκδηλωθεί με διαφορετική ένταση. Στα πρόβατα ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή κλινική εικόνα, ενώ στα βοοειδή και τις αίγες η λοίμωξη είναι συχνά ασυμπτωματική ή ηπιότερη.

Μεταξύ των συμπτωμάτων που μπορεί να εμφανιστούν στα πρόβατα είναι πυρετός, κατάπτωση, μειωμένη όρεξη, έντονη σιελόρροια, δύσπνοια, ρινικό έκκριμα και οίδημα στο ρύγχος, τα χείλη, το πρόσωπο και τα αυτιά.

Μπορεί επίσης να παρατηρηθούν διαβρώσεις και έλκη στη στοματική κοιλότητα, οίδημα και σε ορισμένες περιπτώσεις κυάνωση της γλώσσας – εξού και η ονομασία «Νόσος της Κυανής Γλώσσας» – καθώς και φλεγμονή στην περιοχή της στεφάνης της οπλής και χωλότητα.

Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται ακόμη αποβολές και αναπαραγωγικές διαταραχές. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να παρουσιαστούν επιπλοκές, όπως πνευμονία, ακόμη και να προκληθεί θάνατος.

Ζώα που αναρρώνουν ενδέχεται να παρουσιάσουν απώλεια βάρους, μείωση της γαλακτοπαραγωγής και διαταραχές στην ανάπτυξη του μαλλιού.

Τα μέτρα προστασίας

Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες συστήνουν σειρά μέτρων για τη μείωση της έκθεσης των ζώων στα έντομα-φορείς. Μεταξύ άλλων, οι κτηνοτρόφοι καλούνται να χρησιμοποιούν κατάλληλα εντομοαπωθητικά ή εντομοκτόνα σύμφωνα με τις εγκεκριμένες οδηγίες, να εφαρμόζουν μέτρα εντομοκτονίας στα υποστατικά και, όπου είναι πρακτικά δυνατό, να περιορίζουν την έκθεση των ζώων κατά τις ώρες αυξημένης δραστηριότητας των εντόμων.

Συστήνεται επίσης η διατήρηση των ζώων σε κλειστούς και προστατευμένους χώρους κατά τις ώρες αυξημένης δραστηριότητας των φορέων, καθώς και η απομάκρυνση εστιών στάσιμου νερού και υπερβολικής υγρασίας γύρω από τα υποστατικά και τις ποτίστρες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κατάλληλη διαχείριση της κοπριάς και άλλων οργανικών υλών που μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη των εντόμων.

Κρίσιμος ο εμβολιασμός

Ο εμβολιασμός χαρακτηρίζεται ως το σημαντικότερο και αποτελεσματικότερο μέτρο για τον περιορισμό των επιπτώσεων του Καταρροϊκού Πυρετού, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου ο ιός ενδημεί, κυκλοφορεί ή υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μετάδοσης.

Η προστασία από τα εμβόλια είναι, ωστόσο, κατά κύριο λόγο ειδική ανά ορότυπο. Αυτό σημαίνει ότι εμβολιασμός έναντι ενός συγκεκριμένου ορότυπου δεν προσφέρει κατ' ανάγκη προστασία έναντι άλλου. Για παράδειγμα, εμβολιασμός έναντι του BTV-4 δεν προστατεύει από τον BTV-8.

Ως εκ τούτου, η επιλογή του κατάλληλου εμβολιακού προγράμματος πρέπει να γίνεται σε συνεργασία με τον ιδιώτη κτηνίατρο και τις αρμόδιες Κτηνιατρικές Αρχές, λαμβάνοντας υπόψη την επιδημιολογική κατάσταση και τις διαθέσιμες εγκεκριμένες επιλογές.

Δεν σημαίνει αυτόματη θανάτωση των ζώων

Ο Καταρροϊκός Πυρετός αποτελεί νόσημα υποχρεωτικής δήλωσης και η επιβεβαίωση κρουσμάτων πρέπει να κοινοποιείται στις αρμόδιες Κτηνιατρικές Αρχές.

Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι αυτό δεν σημαίνει πως εφαρμόζονται τα ίδια μέτρα άμεσης εκρίζωσης με εκείνα που προβλέπονται για νοσήματα όπως ο Αφθώδης Πυρετός.

Ειδικότερα, η επιβεβαίωση κρούσματος Καταρροϊκού Πυρετού δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη θανάτωση των ζώων μιας εκμετάλλευσης. Η αντιμετώπιση της νόσου βασίζεται στην επιδημιολογική επιτήρηση, την εργαστηριακή διερεύνηση, τον έλεγχο της μετάδοσης μέσω των εντόμων-φορέων, τον εμβολιασμό όπου ενδείκνυται και, όταν απαιτείται, στη λήψη μέτρων για τις μετακινήσεις ευπαθών ζώων.

Περισσότεροι από 26 ορότυποι

Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωριστεί περισσότεροι από 26 ορότυποι του ιού του Καταρροϊκού Πυρετού, οι οποίοι παρουσιάζουν διαφορές ως προς την ικανότητά τους να προκαλούν νόσο και τη σοβαρότητα των κλινικών εκδηλώσεων.

Για τον λόγο αυτό, η συνεχής επιτήρηση και η εργαστηριακή ταυτοποίηση του ορότυπου που κυκλοφορεί θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές τόσο για τη λήψη μέτρων ελέγχου όσο και για την επιλογή της κατάλληλης στρατηγικής εμβολιασμού.

Κανένας κίνδυνος για τον άνθρωπο

Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ξεκαθαρίζουν ότι ο Καταρροϊκός Πυρετός δεν είναι ζωοανθρωπονόσος και δεν προσβάλλει τον άνθρωπο. Ως εκ τούτου, η εμφάνιση της νόσου στα μηρυκαστικά δεν αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

Οι κτηνοτρόφοι καλούνται να παρακολουθούν καθημερινά τα ζώα τους και, εάν εντοπίσουν ύποπτα συμπτώματα – ιδιαίτερα πυρετό, οίδημα στο πρόσωπο ή στο ρύγχος, σιελόρροια, κυάνωση της γλώσσας, αλλοιώσεις στη στοματική κοιλότητα ή χωλότητα – να επικοινωνούν άμεσα με τον ιδιώτη κτηνίατρό τους και τις αρμόδιες Κτηνιατρικές Υπηρεσίες.

Η έγκαιρη αναγνώριση των ύποπτων περιστατικών, η εργαστηριακή διερεύνηση, η συνεχής επιτήρηση, ο εμβολιασμός και τα μέτρα περιορισμού της έκθεσης των ζώων στα έντομα-φορείς αποτελούν βασικούς άξονες για τον αποτελεσματικό έλεγχο της νόσου.