Η Εγκεφαλική Αμυλοειδική Αγγειοπάθεια (CAA) αποτελεί συχνή αιτία εγκεφαλικών αιμορραγιών στους ηλικιωμένους και σημαντικό παράγοντα που συμβάλλει στη γνωστική έκπτωση και στην άνοια, συμπεριλαμβανομένης της νόσου Αλτσχάιμερ. Παρ’όλα αυτά, η πάθηση παραμένει δύσκολο να διαγνωστεί με ακρίβεια και προς το παρόν δεν υπάρχουν στοχευμένες θεραπευτικές επιλογές.
Η CAA χαρακτηρίζεται από την παθολογική συσσώρευση της πρωτεΐνης αμυλοειδούς-βήτα στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων του εγκεφάλου. Με την πάροδο του χρόνου, η εναπόθεση του αμυλοειδούς προκαλεί βλάβες και τελικά αποδυναμώνει τα αγγεία, αυξάνοντας τον κίνδυνο αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου και συμβάλλοντας στη γνωστική έκπτωση.
Παρόλο που η CAA ανιχνεύεται στους εγκεφάλους περισσότερων από τους μισούς ασθενείς με αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο και στην πλειονότητα των ασθενών με νόσο Αλτσχάιμερ, πολλά εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστα σχετικά με τον τρόπο ανάπτυξης και εξέλιξης της νόσου.
Για την προώθηση της επιστημονικής γνώσης γύρω από την CAA, το Ίδρυμα Leducq απένειμε στους Δρ. Αντρέα Χαριδήμου του Πανεπιστημίου της Βοστώνης και Μαρσέλ Φερμπέεκ του Πανεπιστημιακού Ιατρικού Κέντρου Radboud (Ναϊμέχεν, Ολλανδία) χρηματοδότηση στο πλαίσιο του προγράμματος International Networks of Excellence Program. Η επιχορήγηση, ύψους 9 εκατομμυρίων δολαρίων για πέντε έτη, θα υποστηρίξει το έργο τους με τίτλο:«Translational Framework For Innovation in Cerebral Amyloid Angiopathy (TRAFFIC)»
Στόχος της έρευνας είναι η καλύτερη κατανόηση των βασικών μηχανισμών της παθοβιολογίας της CAA, καθώς και η έγκαιρη ανίχνευση και διάγνωσή της, γεγονός που αποτελεί απαραίτητο βήμα για την ανάπτυξη πρώιμων παρεμβάσεων και μελλοντικών θεραπειών.Η διεθνής ερευνητική ομάδα θα συνδυάσει προηγμένες τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου με νέους μοριακούς βιοδείκτες και καινοτόμα πειραματικά μοντέλα. Μελετώντας απεικονιστικά δεδομένα, βιολογικά υγρά, ιστούς και κλινικά δεδομένα ασθενών από όλο τον κόσμο, οι ερευνητές επιδιώκουν να αποκαλύψουν πώς αναπτύσσεται η CAA, πώς εξελίσσεται και πώς προκαλεί βλάβες στα εγκεφαλικά αγγεία, συμπεριλαμβανομένων των φλεγμονωδών μορφών της νόσου (φλεγμονή σχετιζόμενη με CAA και ARIA).
Κεντρικό στοιχείο της πρωτοβουλίας αποτελεί η εκπαίδευση της επόμενης γενιάς επιστημόνων που ασχολούνται με την CAA. Μέσω καθοδήγησης, χρηματοδότησης και πρακτικής εμπειρίας στα συμμετέχοντα εργαστήρια, το δίκτυο θα εφοδιάσει νέους ερευνητές με τις απαραίτητες δεξιότητες και τη συνεργατική εμπειρία που απαιτείται για την πρόοδο του πεδίου.
«Η CAA συγκαταλέγεται στις συχνότερες παθολογίες που επηρεάζουν τον γηράσκοντα εγκέφαλο, ωστόσο θεμελιώδη αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο ανάπτυξης και εξέλιξης της νόσου συνεχίζουν να περιορίζουν την κλινική πρόοδο, καθώς και την ικανότητά μας να τη διαγιγνώσκουμε έγκαιρα και με ακρίβεια. Ενώνοντας συμπληρωματικές εξειδικεύσεις στην κλινική, μοριακή και πειραματική έρευνα, το πρόγραμμα TRAFFIC έχει σχεδιαστεί ώστε να καλύψει αυτά τα κενά και παράλληλα να υποστηρίξει τη νέα γενιά ερευνητών της CAA. Ελπίζουμε ότι αυτό το δίκτυο θα έχει μακροχρόνιο αντίκτυπο στον τομέα και τελικά θα βελτιώσει τη φροντίδα των ασθενών που διατρέχουν κίνδυνο εγκεφαλικών αιμορραγιών και γνωστικής έκπτωσης.»
Οι Δρ. Χαριδήμου και Φερμπέεκ, συντονιστές της έρευνας, εξειδικεύονται και οι δύο στις νευροεκφυλιστικές διαταραχές με ιδιαίτερη έμφαση στην CAA. Η έρευνα του Δρ. Χαριδήμου επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι βλάβες των μικρών εγκεφαλικών αγγείων συμβάλλουν στις νευρολογικές παθήσεις και στην ενσωμάτωση νέων βιοδεικτών στην κλινική πράξη. Ο Δρ. Φερμπέεκ επικεντρώνεται στην ανάπτυξη και επικύρωση βιοδεικτών, καθώς και στη μελέτη των μοριακών μηχανισμών της νόσου. Οι συμπληρωματικές τους γνώσεις γεφυρώνουν τις αγγειακές και μοριακές προσεγγίσεις, καθώς και τη βασική με την κλινική έρευνα, προωθώντας τη μεταφορά των επιστημονικών ευρημάτων σε κλινικές εφαρμογές.
«Τα τελευταία 10–20 χρόνια έχουμε αποκτήσει σημαντικές γνώσεις για την CAA και αυτό έχει οδηγήσει στην εξέλιξη των κλινικών διαγνωστικών κριτηρίων. Ωστόσο, αυτά τα κριτήρια δεν επαρκούν για την αναγνώριση ολόκληρου του φάσματος της νόσου, καθώς βασίζονται αποκλειστικά σε νευροαπεικονιστικά ευρήματα. Πρόκειται συνήθως για ενδείξεις προχωρημένου σταδίου, ενώ γνωρίζουμε ότι οι μοριακοί βιοδείκτες εμφανίζουν ανωμαλίες πολύ νωρίτερα. Για τον λόγο αυτό, επιδιώκουμε να αναπτύξουμε ένα νέο διαγνωστικό πλαίσιο που θα ενσωματώνει τις πιο πρόσφατες γνώσεις σχετικά με τους μοριακούς μηχανισμούς της νόσου.»
Εκτός από τους Δρ. Χαριδήμου και Φερμπέεκ, το δίκτυο TRAFFIC περιλαμβάνει τους Δρ. Matthew Schrag (Vanderbilt University Medical Center, ΗΠΑ), Δρ. Steven Greenberg (Harvard Medical School, ΗΠΑ), Δρ. Mar Hernández Guillamon (Ινστιτούτο Έρευνας Vall d’Hebron, Ισπανία), Δρ. Stephanie Schreiber (Πανεπιστήμιο Otto von Guericke Magdeburg, Γερμανία) και Δρ. William Van Nostrand (Πανεπιστήμιο Rhode Island, ΗΠΑ).
Με την ενσωμάτωση κλινικής, μοριακής και πειραματικής έρευνας, το δίκτυο TRAFFIC στοχεύει να προσφέρει κρίσιμες γνώσεις για τους μηχανισμούς της εγκεφαλικής αμυλοειδικής αγγειοπάθειας, να βελτιώσει τις διαγνωστικές στρατηγικές, να θέσει τα θεμέλια για μελλοντικές θεραπείες και να δημιουργήσει μια διαρκή διεθνή κοινότητα ερευνητών στον τομέα της CAA.
Πληροφορίες: Center for Brain Recovery




