Υπό κράτηση μέχρι την εμφάνισή τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου θα παραμείνουν δύο υπήκοοι Βραζιλίας, ηλικίας 27 και 29 ετών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σοβαρές κατηγορίες σε σχέση με περιστατικό πυρκαγιάς στην περιοχή του Κόρνου. Το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους της έφεσης που είχαν καταχωριστεί κατά της πρωτόδικης απόφασης και επικύρωσε στο σύνολό της την απόφαση για την κράτησή τους.
Οι δύο εφεσείοντες έχουν παραπεμφθεί σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που θα συνεδριάσει στη Λάρνακα στις 21 Οκτωβρίου 2026. Αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, τρεις κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, μία κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, καθώς και κατηγορίες για εμπρησμό, απόπειρα εμπρησμού, πρόκληση πυρκαγιάς σε κρατικό δάσος και απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις, κατά παράβαση σχετικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του περί Δασών Νόμου.
Η Κατηγορούσα Αρχή είχε ζητήσει την κράτηση και των δύο, επικαλούμενη ως βασικό λόγο τον κίνδυνο φυγοδικίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα, κρίνοντας ότι συντρέχει ορατή πιθανότητα καταδίκης και ότι, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο επιβολής πολυετών ποινών φυλάκισης.
Τα πυροτεχνήματα και η φωτιά στον Κόρνο
Σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι δύο κατηγορούμενοι, οι οποίοι διαμένουν στη Λεμεσό, μετέβησαν στις 2 Αυγούστου 2026 στην περιοχή του Κόρνου, έχοντας προηγουμένως αγοράσει αναπτήρα και πυροτεχνήματα τύπου «συντριβάνια» σπινθήρων από περίπτερο.
Όπως καταγράφεται στην απόφαση, οι δύο τοποθέτησαν και άναψαν τα πυροτεχνήματα σε χωράφι σε μικρή απόσταση από το περίπτερο. Η ενέργεια είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί φωτιά, την οποία αντιλήφθηκαν διερχόμενοι οδηγοί.
Οι οδηγοί σταμάτησαν και επιχείρησαν να κατασβήσουν τη φωτιά. Σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό, οι δύο εφεσείοντες, όταν αντιλήφθηκαν ότι οι οδηγοί είχαν σταματήσει, εισήλθαν στο όχημά τους γελώντας.
Μάλιστα, όπως αναφέρεται στην απόφαση, η δεύτερη εφεσείουσα πλησίασε το σημείο της φωτιάς κρατώντας μπουκάλι με νερό, αλλά τελικά αρνήθηκε να το παραδώσει σε μάρτυρα που επιχειρούσε να κατασβήσει τη φωτιά.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε από το Δικαστήριο στις συνθήκες που επικρατούσαν στο σημείο. Η περιοχή περιείχε φυσική βλάστηση, ξερά χόρτα, φρύγανα και θάμνους, ενώ σε κοντινή απόσταση υπήρχαν εκτεταμένες δασικές εκτάσεις με πεύκα. Σύμφωνα με τον διευθυντή του Τμήματος Δασών, η συγκεκριμένη περιοχή κατατάσσεται στις περιοχές υψηλού κινδύνου για πρόκληση πυρκαγιών. Τα ξερά χόρτα, όπως αναφέρεται, πήραν φωτιά όταν άναψαν τα πυροτεχνήματα.
Η θέση της υπεράσπισης
Ο συνήγορος των δύο εφεσειόντων είχε υποβάλει ένσταση στην κράτησή τους, αμφισβητώντας ουσιαστικά την πιθανότητα καταδίκης και επικαλούμενος τις προσωπικές τους περιστάσεις.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι προσωπικοί και επαγγελματικοί δεσμοί τους με την Κυπριακή Δημοκρατία εξασθενούν τον κίνδυνο φυγοδικίας και εισηγήθηκε την επιβολή συγκεκριμένων όρων ώστε να διασφαλιστεί η παρουσία τους στο Δικαστήριο αντί της κράτησής τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας τη διαθέσιμη μαρτυρία στην όψη της και χωρίς να προχωρήσει σε αξιολόγησή της, έκρινε ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης και των δύο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία αθώωσής τους.
Το Δικαστήριο σημείωσε παράλληλα ότι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων στις καταθέσεις τους και οι εισηγήσεις της υπεράσπισης σχετικά με αδυναμίες του μαρτυρικού υλικού δεν μπορούσαν να αξιολογηθούν στο συγκεκριμένο στάδιο, αλλά θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης κατά την ακροαματική διαδικασία.
Οι δεσμοί με την Κύπρο
Σημαντικό μέρος της απόφασης αφορά τις προσωπικές περιστάσεις των δύο κατηγορουμένων και ειδικότερα τους δεσμούς τους με την Κυπριακή Δημοκρατία.
Ο πρώτος εφεσείων βρίσκεται στην Κύπρο για περίπου 18 μήνες μαζί με τη σύντροφό του, επίσης υπήκοο Βραζιλίας. Η δεύτερη εφεσείουσα βρίσκεται στη χώρα μόλις τέσσερις μήνες. Και οι δύο εργάζονται στη Λεμεσό ως εξειδικευμένο προσωπικό συγκεκριμένης εταιρείας, με τις συμφωνίες εργοδότησής τους να έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
Το Εφετείο έκρινε ότι οι δεσμοί αυτοί, αν και υπαρκτοί, δεν ήταν αρκετοί ώστε να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο φυγοδικίας, δεδομένης της σοβαρότητας των κατηγοριών, της πιθανότητας καταδίκης και των ποινών που θα μπορούσαν να επιβληθούν σε περίπτωση καταδίκης.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση, οι υποκειμενικές συνθήκες των δύο περιορίζονται ουσιαστικά στη διαμονή και την εργασία τους στην Κύπρο, και μάλιστα για σχετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα. Κατά την κρίση του Εφετείου, δεν προέκυπταν άλλες συνθήκες που, με βάση μια λογική εκτίμηση, να αποκλείουν το ενδεχόμενο διαφυγής προκειμένου να αποφευχθούν οι συνέπειες μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης.
Η αυτόβουλη προσέλευση στην Αστυνομία
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της υπεράσπισης αφορούσε το γεγονός ότι οι δύο εφεσείοντες προσήλθαν αυτοβούλως στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου στις 3 Αυγούστου 2026.
Ο πρώτος εφεσείων μετέβη στον σταθμό αφού πληροφορήθηκε μέσω μηνύματος στο κινητό του ότι τον αναζητούσε η Αστυνομία. Η δεύτερη εφεσείουσα μετέβη στον σταθμό προκειμένου να επισκεφθεί τον πρώτο εφεσείοντα και συνελήφθη.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη την αυτόβουλη προσέλευσή τους, αλλά έκρινε ότι, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, αυτή δεν μπορούσε να εξουδετερώσει τον κίνδυνο φυγοδικίας.
Το Εφετείο συμφώνησε με την προσέγγιση αυτή. Έκρινε ότι η προσέλευση στον Αστυνομικό Σταθμό πρέπει να αξιολογηθεί υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες έγινε και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο γεγονός ότι ο πρώτος εφεσείων διαθέτει άδεια εργασίας διάρκειας δύο ετών με δυνατότητα ανανέωσης, ενώ για τη δεύτερη εφεσείουσα εκκρεμεί ακόμη η αίτηση για παραχώρηση άδειας εργασίας.
Τι έκρινε το Εφετείο για την κράτηση
Το Εφετείο υπενθύμισε ότι η κράτηση κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη αποτελεί εξαίρεση από τον βασικό κανόνα της ατομικής ελευθερίας και ότι η σχετική απόφαση ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Παράλληλα, επανέλαβε τη νομολογιακή αρχή ότι οι βασικοί λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν την κράτηση ενός κατηγορουμένου είναι ο κίνδυνος μη προσέλευσης στο Δικαστήριο, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων και ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν και οι τρεις λόγοι, καθώς αρκεί ένας από αυτούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βασίσει την απόφασή του στον κίνδυνο φυγοδικίας. Το Εφετείο έκρινε ότι η σχετική διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε ορθά και ότι δεν υπήρχε λόγος να παρέμβει στην κρίση του Κακουργιοδικείου.
Το Εφετείο σημείωσε επίσης ότι, παρότι οι δεσμοί ενός προσώπου με την Κύπρο μπορούν να συνεκτιμηθούν, δεν λειτουργούν αυτομάτως ως «ασπίδα» έναντι της κράτησης. Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο οι συγκεκριμένες προσωπικές συνθήκες μειώνουν ουσιαστικά τον κίνδυνο να μην προσέλθει ο κατηγορούμενος στη δίκη.
Με βάση το σύνολο των δεδομένων, το Εφετείο έκρινε ορθή την κατάληξη του Κακουργιοδικείου και αποφάσισε ότι δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε παρέμβαση.
Ως εκ τούτου, όλοι οι λόγοι έφεσης απορρίφθηκαν και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε στην ολότητά της, με αποτέλεσμα οι δύο κατηγορούμενοι να παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την εμφάνισή τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου.
Διαβάστε επίσης: «Φωτιά» στις τιμές καυσίμων - Πάνω από €2 το πετρέλαιο κίνησης



