Την επανεξέταση του τρόπου της κατανομής των ενισχύσεων που δίνονται μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) στους παραγωγούς των νέων χωρών μελών, που εντάχθηκαν μετά το 2004, εισηγείται το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο σε ειδική έκθεση που δημοσιοποίησε σήμερα.

Την περίοδο 2006-2011 δόθηκαν συνολικά στα 10 νέα κράτη μέλη ενισχύσεις ύψους 21,496 δισ. ευρώ, ενώ το ποσό που διατέθηκε για την Κύπρο ανήλθε σε 141 εκατ. ευρώ στη διάρκεια της παραπάνω εξαετίας.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο ζητεί τη μεταρρύθμιση του καθεστώτος, προκειμένου να διασφαλιστεί η διοχέτευση της ενίσχυσης στους ενεργούς γεωργούς που ασκούν τακτικά συγκεκριμένες γεωργικές δραστηριότητες.

Κι αυτό γιατί, όπως τονίζει, δημόσιοι φορείς που διαχειρίζονται κρατική γη χωρίς να ασκούν γεωργική δραστηριότητα πρέπει να αποκλείονται από την ενίσχυση της ΕΕ για τη στήριξη της γεωργίας, ενώ δεν πρέπει να καταβάλλονται ενισχύσεις σε σχέση με μη χρησιμοποιούμενα αγροτεμάχια ή με εκτάσεις που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για μη γεωργικές δραστηριότητες.

Ο σχεδιασμός του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης (ΚΕΣΕ) αποσκοπούσε στην παροχή στα νέα κράτη μέλη, τα οποία προσχώρησαν στην ΕΕ το 2004 και το 2007, της δυνατότητας να στηρίξουν τα εισοδήματα των γεωργών. Επί του παρόντος, το ΚΕΣΕ εφαρμόζεται σε 10 κράτη μέλη της ΕΕ και οι σχετικές δαπάνες ανήλθαν το 2011 σε 5 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η έκθεση του Συνεδρίου επικεντρώνεται στους δικαιούχους της πολιτικής, στις επιλέξιμες εκτάσεις και στη συνεισφορά του καθεστώτος στην επίτευξη του στόχου της ενίσχυσης του γεωργικού εισοδήματος.

Σύμφωνα με την έκθεση, ο ορισμός των δικαιούχων του καθεστώτων είναι ανεπαρκής γιατί επιτρέπει την καταβολή ενισχύσεων σε δικαιούχους που δεν ασχολούνται, ή ασχολούνται μόνον οριακά, με γεωργικές δραστηριότητες. Σε αυτές τις περιπτώσεις δικαιούχων περιλαμβάνονται εταιρείες ακινήτων, αερολιμένες, κυνηγετικές ή αλιευτικές ενώσεις και χιονοδρομικοί σύλλογοι.

Επιπλέον, σε ορισμένες από τις ενδιαφερόμενες χώρες καταβλήθηκαν νομίμως ενισχύσεις (ενισχύοντας το εισόδημά τους) σε δημόσιους φορείς που διαχειρίζονται κρατικές εκτάσεις και δεν συμμετέχουν με άλλον τρόπο στη γεωργική δραστηριότητα. Στην Ουγγαρία, το κράτος είναι ο μεγαλύτερος δικαιούχος ενισχύσεων στο πλαίσιο του ΚΕΣΕ (14 εκατομμύρια ευρώ το 2010 για 82 000 εκτάρια).

Η συνολική γεωργική έκταση σε σχέση με την οποία έπρεπε να καταβληθεί ενίσχυση στο πλαίσιο του ΚΕΣΕ δεν προσδιορίστηκε κατά τρόπο αξιόπιστο από τα κράτη μέλη, ωστόσο, όπως αναφέρει η έκθεση του ΕΕΣ, έγινε δεκτή από την Επιτροπή. Το γεγονός αυτό είχε αντίκτυπο στο ύψος της ανά εκτάριο ενίσχυσης που εισέπραξε κάθε γεωργός, το οποίο ήταν άλλοτε υψηλότερο και άλλοτε χαμηλότερο από ό,τι έπρεπε. Ορισμένες χώρες αναθεώρησαν χωρίς τη δέουσα αιτιολόγηση τη συνολική γεωργική έκταση, με αποτέλεσμα να επιτύχουν την πλήρη αξιοποίηση της εθνικής συνολικής χρηματοδότησης που τους αναλογούσε.

Σύμφωνα με την έκθεση, παρά τις προσπάθειες των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, καταβλήθηκαν ενισχύσεις για αγροτεμάχια στα οποία δεν ασκείτο γεωργική δραστηριότητα.

Ο ΕΕΣ διαπιστώνει επίσης μια εγγενή αντίφαση στον σχεδιασμό του ΚΕΣΕ καθώς, αποσκοπεί μεν στη στήριξη του ατομικού εισοδήματος των γεωργών, αλλά η κατανομή της ενίσχυσης βασίζεται στην έκταση των αγροτεμαχίων που έχουν στη διάθεσή τους οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις.

Το ΚΕΣΕ ωφελεί κατά κύριο λόγο τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις, συνολικά, ποσοστό 0,2 % των δικαιούχων εισπράττει άνω των 100 000 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 24 % των συνολικών πληρωμών, αναφέρει το ΕΕΣ.

Τέλος, μολονότι το ΚΕΣΕ σχεδιάστηκε ως μεταβατικό καθεστώς, τα περισσότερα κράτη μέλη δεν έχουν προετοιμαστεί για την (προβλεπόμενη για το 2014) μετάβαση στο (βασισμένο σε δικαιώματα ενίσχυσης) σύστημα, το οποίο εφαρμόζεται ήδη στα κράτη μέλη της ΕΕ των 15 αρχαιότερων κρατών μελών. Το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές καθυστερήσεις στην καταβολή των ενισχύσεων στο μέλλον, επισημαίνει η έκθεση.

Το Συνέδριο συνιστά μια καλύτερα στοχευμένη πολιτική, προσανατολισμένη στην επίτευξη αποτελεσμάτων, στο πλαίσιο της οποίας η ενίσχυση του γεωργικού εισοδήματος θα απευθύνεται στον ενεργό γεωργό, ο οποίος ασκεί τακτικά συγκεκριμένες γεωργικές δραστηριότητες, αποκλείοντας δημόσιους φορείς. Η επιλεξιμότητα των εκτάσεων για ενίσχυση πρέπει να ορίζεται με σαφήνεια και να περιορίζεται στα αγροτεμάχια επί των οποίων ασκούνται τακτικά συγκεκριμένες γεωργικές δραστηριότητες.

Πρέπει να επιδιωχθεί μια περισσότερο ισορροπημένη κατανομή της ενίσχυσης μεταξύ των γεωργών, είτε μέσω του καθορισμού ανώτατου ορίου για τις επιμέρους ενισχύσεις είτε λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις στις διάφορες περιφέρειες. Η Επιτροπή πρέπει να αντιμετωπίσει τις διαρθρωτικές αδυναμίες του γεωργικού τομέα και να στηρίξει ενεργά τα κράτη μέλη. Πρέπει, επίσης, να παρακολουθεί στενότερα τις προετοιμασίες τους για τη μελλοντική εφαρμογή ενός βασισμένου σε δικαιώματα ενίσχυσης καθεστώτος.