Την περ. Πέμπτη πραγματοποιήθηκε το πρώτο Παγκύπριο Συμπόσιο για τον κυπριακό οίνο και τις προοπτικές του
Οι Κύπριοι έχουν ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουν στη δημιουργία μιας σταθερής οινικής παιδείας
Το κρασί είναι τέχνη και πολιτισμός. Είναι αγάπη και πάθος. Είναι ιστορία και ζωή. Είναι φιλοσοφία και αρμονία. Ευφραίνει καρδίας και πνεύματα. Δίνει πλατιά χαμόγελα στους ανθρώπους. Το κρασί είναι ένας ζωντανός οργανισμός που ζητά σεβασμό, φροντίδα, επαγγελματισμό, προσοχή και αξιοπρέπεια επειδή απαιτεί τελειότητα, ποιότητα και σοβαρότητα στη μεταχείριση. Προσφέρει γεύσεις, αρώματα και χρώματα, είναι ανιδιοτελής αλλ’ απαιτητικός σύντροφος στο τραπέζι και στο φαγητό, στην παρέα και στη συντροφιά και προσφέρει αφειδώλευτα ζωντάνια, χαρά, ευφορία και ευτυχία.
«Πίννε κρασίν να 'σιεις ζωήν!», λένε οι παππούδες μας και ο απλός λαός, και έχουν απόλυτο δίκαιο. Η Κύπρος, από χιλιετηρίδων, είναι οινόεσσα. Ίσως είναι το αρχαιότερο terroir της Ευρώπης και τα κρασιά της ήταν γνωστά από την αρχαιότητα. Λογικά, με τέτοια πολυαίωνη ιστορία, η Κύπρος έπρεπε να έχει μια μεγάλη οινική κουλτούρα σε βάθος χρόνου. Κι όμως, μόλις την τελευταία 25ετία περίπου ο κυπριακός αμπελώνας αρχίζει να αποκτά τον σεβασμό της πολιτείας και, κυρίως, μιας νέας δυναμικής γενιάς οινολόγων και οινοποιών, που με μεράκι, πολλή αγάπη και πάθος για ποιότητα και τελειότητα, δημιουργούν τοπικά οινοποιεία. Και από αυτά παράγονται καλής ποιότητας κυπριακά κρασιά, που επάξια μπορούν να συγκριθούν προς ξένα.
Παγκύπριο Συμπόσιο
Την περ. Πέμπτη, πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο «Χόλιντεϊ Ινν», στη Λευκωσία, το πρώτο Παγκύπριο Συμπόσιο με θέμα: «Το σύγχρονο κρασί της οινόεσσας Κύπρου», με διοργανωτές τα Υπουργεία Γεωργίας και Εμπορίου, και το Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΣΑΠ). Στο συμπόσιο απηύθυναν χαιρετισμούς οι Υπουργοί Γεωργίας και Εμπορίου, Αλετράρης και Συλικιώτης, και ο πρόεδρος του ΣΑΠ, Πανίκος Χάμπας.
Παρεμβάσεις έκαναν οι: Σάββας Κωνσταντίνου, Λειτουργός Οινολογίας ΣΑΠ με θέμα: «Κυπριακός αμπελώνας, εξελίξεις, δυνατότητες και προοπτικές». Δρ Άκης Ζαμπάρτας, οινολόγος, οινοποιός, με θέμα: «Εκσυγχρονισμός οινοποιητικής δραστηριότητας». Θουκής Γεωργίου, Λειτουργός Γεωργίας Α’ με θέμα: «Κουμανδαρία: Ο μεγάλος οινικός πρεσβευτής της Κύπρου». Βάσος Μανώλη, Οινοχόος, με θέμα: «Ποιοτική καταξίωση του κυπριακού οίνου». Και Γιάννος Κωνσταντίνου, οινογράφος, με θέμα: «Το κυπριακό κρασί στην εγχώρια αγορά».
Ο Υπουργός Γεωργίας, Σ. Αλετράρης, στον χαιρετισμό του επισήμανε: «Το κρασί ως προϊόν που κυκλοφορεί ελεύθερα στην αγορά, μετατρέπεται σε πρέσβη του τόπου προέλευσής του. Μεταφέρει, δηλαδή, την ταυτότητα, τον χαρακτήρα της χώρας μας και την παράδοσή μας, δημιουργώντας στον καταναλωτή ένα στοιχείο αναγνωρισιμότητας. Είμαι βέβαιος ότι όλοι μαζί μπορούμε να εργαστούμε συλλογικά, για να μπορέσει το δικό μας κρασί να γίνει σημείο αναφοράς στον υπόλοιπο κόσμο με ξεχωριστή ταυτότητα».
Βαριά κληρονομιά και δύο προκλήσεις
Η Κύπρος κουβαλά, «σύμφωνα με τους ιστορικούς, μια πολύ πλούσια, βαριά κληρονομιά, την αρχαιότερη και πλουσιότερη αμπελοοινική παράδοση», είπε στη δική του ομιλία ο πρόεδρος του Δ.Σ. του ΣΑΠ Πανίκος Χάμπας και υπογράμμισε πως «η μακραίωνη ιστορία της οινικής Κύπρου αναβαθμίζεται ποιοτικά με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Αυτό οφείλεται στην αξιοποίηση των ιδιαίτερων κλιματολογικών συνθηκών, το μικροκλίμα σε πολλές περιοχές, την εδαφολογία, τα χαρισματικά μοναδικά χρώματα και αρώματα, που προσδίδουν πρωτόγνωρες γεύσεις στο κρασί και κυρίως στους αμπελουργούς και οινοποιούς μας, οι οποίοι με μεράκι και φαντασία βελτιώνουν σταδιακά την γκάμα των οινικών προϊόντων.
»Όλα αυτά έδωσαν τέτοια δυναμική που γεννήθηκε η Κουμανδαρία, ένα από τα καλύτερα κρασιά στην κατηγορία της στον κόσμο, η Ναυαρχίδα των κρασιών μας, που μαζί με τη Ζιβανία είναι σε θέση να συμβάλουν καταλυτικά στην προώθησή τους. Μπροστά μας τίθενται δύο μεγάλες προκλήσεις.
Πρώτον: Η συνεχής αναβάθμιση της παραγωγής ποιοτικών οίνων και,
Δεύτερον: Η δημιουργία μια νέας κυπριακής οινικής κουλτούρας, βασισμένη στην παράδοσή μας, στις γηγενείς ποικιλίες, που θα πρέπει να αρχίσει από την παιδεία».
Ο Π. Χάμπας επισήμανε, ακόμα, ότι «τον τελευταίο καιρό διαμορφώνεται μια κουλτούρα για το κρασί, θα έλεγα είναι και της μόδας. Αρκετοί νέοι ασχολούνται σε βάθος με τα μυστικά του κρασιού. Είναι καθήκον μας να ενώσουμε την τεχνογνωσία, τις εμπειρίες όλων όσοι συνθέτουν την οινική αλυσίδα, των αμπελουργών, οινοποιείων, οινολόγων, οινοχόων, στελεχών σε θέσεις-κλειδιά των Υπουργείων, του ΣΑΠ και φίλων του κρασιού, με συλλογική δουλειά, με όραμα και όλη τη σοφία που συσσωρεύτηκε όλους αυτούς τους αιώνες, να βάλουμε το κρασί σε όλα τα κυπριακά τραπέζια».
Προβολή της ποιότητας
ΕΞΑΛΟΥ, σε χαιρετισμό του, ο Υπουργός Εμπορίου Ν. Συλικιώτης υπογράμμισε πως «η Κύπρος κατέχει την αρχαιότερη θέση στη λεκάνη της Μεσογείου ως οινοπαραγωγός χώρα. Η ανάδειξη της πανάρχαιας οινικής κουλτούρας της πατρίδας μας λειτουργεί ως μέσο προβολής της ποιότητας που διαθέτουν σήμερα τα κρασιά μας, με τις μοναδικές γεύσεις και τα πλούσια αρώματα». Και πρόσθεσε: «Σήμερα τα κυπριακά οινοποιεία, με την τεχνογνωσία που διαθέτουν, παράγουν κρασιά τα οποία μπορούν να σταθούν επάξια έναντι ξένων ανταγωνιστικών προϊόντων, ως κρασιά με δική τους ταυτότητα. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τα πολλά διεθνή βραβεία που έχουν εξασφαλίσει στο εξωτερικό τα κυπριακά κρασιά και ιδιαίτερα η κουμανδαρία, στοιχείο πολύ ελπιδοφόρο για μια επιτυχή εξαγωγική προσπάθεια».
Κυπριακά κρασιά διεθνούς κλάσης
Ο ΔΡ Άκης Ζαμπάρτας, στην παρέμβασή του με θέμα «Εκσυγχρονισμός της οινοποιητικής δραστηριότητας», ανέλυσε διά μακρών την ιστορία των κυπριακών οινοποιείων, άλλοτε και σήμερα. Είπε χαρακτηριστικά: «Είχαμε έναν αμπελώνα υπερμεγέθη για τον πληθυσμό της Κύπρου, 500.000 δεκάρια. Μια παραγωγή σταφυλιών της τάξης των 200.000 τόνων. Σχεδόν 350 κιλά ανά κεφαλή. Και μια κατανάλωση της τάξης των 12 λίτρων ανά κεφαλή. Περίπου 20 κιλά σταφύλι. Ένα πλεόνασμα χονδρικά 300 κιλών ανά κεφαλή ή 180.000 τόνων σταφυλιών, που έπρεπε να εξαγάγουμε. Φοβεροί αριθμοί. Έτσι, αναγκαστικά, η εμπορία των κρασιών ήταν προσανατολισμένη στους μεγάλους όγκους, στο κρασί χύμα που, στην πορεία, είτε με διακρατικές συμφωνίες είτε με την ιδιωτική πρωτοβουλία κατέληγε στην εξαγωγή».
Ο δρ Ζαμπάρτας επισήμανε πως σήμερα στην Κύπρο λειτουργούν 60 οινοποιεία: 36 στη Λεμεσό, 20 στην Πάφο, 2 στη Λάρνακα, 2 στη Λευκωσία και έξι οινοποιητικές στην περιοχή της Κουμανδαρίας. Αυτά τα οινοποιεία, με τη βοήθεια του ΣΑΠ και επενδύσεις με τη βοήθεια της ΕΕ, παρέχουν τη δυνατότητα κρασιών διεθνούς κλάσης. Ποια είναι τα γνωρίσματά τους; Ο δρ Ζαμπάρτας εξηγεί:
· Πρώτα από όλα η επιστημονική, πανεπιστημιακή γνώση.
· Παρατηρούμε μιαν αύξηση των διπλωματούχων οινολόγων στα οινοποιεία και σε μερικά την παρουσία οινολόγων δεύτερης γενιάς, έτσι που η οινολογία στην Κύπρο να ανδρώνεται. Ο πληθυσμός των προσοντούχων οινολόγων αυξάνει και η απασχόλησή τους καθίσταται πλέον αναγκαία και κατανοητή.
· Το ενδιαφέρον τους και η ενασχόλησή τους με το αμπέλι, εκεί όπου αρχίζουν όλα. Το ταλέντο και το πάθος του οινολόγου. Η καθαρή σκέψη για το τι θέλει να παράγει, η παρατηρητικότητα, η προσοχή στη λεπτομέρεια.
Το καλό κρασί γίνεται στον αμπελώνα
ΠΟΙΟΙ είναι οι πρωταγωνιστές του κυπριακού αμπελώνα, με γηγενείς ποικιλίες, μοναδικές στον κόσμο; Είναι το Μαύρο και το Ξινιστέρι, το Όφθαλμο και το Μαραθεύτικο, όπως σημειώνει ο οινοχόος Βάσος Μανώλη. Το πρώτο έδινε για πολλά χρόνια την πρώτη ύλη για την παραγωγή των περισσότερων κόκκινων κρασιών, ενώ το Ξινιστέρι χαρίζει όμορφα και πλούσια λευκά κρασιά. Μαύρο και Ξινιστέρι είναι η βάση για τη ναυαρχίδα της κυπριακής οινοποιίας, την κουμανδαρία.
Ο κυπριακός αμπελώνας στηρίζεται κυρίως σε γαλλικές ποικιλίες. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια και με την αλλαγή στις συνήθειες των ανθρώπων, πολλοί στρέφονται προς τα γαλλικά, κυρίως, κρασιά, εξαιτίας και της φήμης τους ως ποιοτικά ανώτερων, χωρίς να υποτιμώνται τα ιταλικά, τα ισπανικά και του Νέου Κόσμου. Όμως, εύκολα το Ξινιστέρι μπορεί να συναγωνιστεί ομοειδείς αντιπάλους του. Ο Β. Μανώλης υπογραμμίζει πως ο κυπριακός αμπελώνας σήμερα «αναπτύσσεται και μέσα από μια δυναμική πορεία επιβεβαιώνει πως το καλό κρασί γίνεται στο αμπέλι» και, τελικά, φαίνεται στο ποτήρι. Για να προσθέσει πως η αμπελοοινική Κύπρος συνεχώς διαφοροποιείται, επειδή η τεχνολογία, ο ανταγωνισμός και οι προτιμήσεις ενός διαρκώς απαιτητικού κοινού βάζουν νέους κανόνες στην αναζήτηση της ποιότητας.
Ο Β. Μανώλης επισήμανε την αναγκαιότητα παραγωγής μεγάλων κρασιών, που θα αποτελέσουν την ατμομηχανή του κυπριακού κρασιού. Το μέλλον του κυπριακού κρασιού, κατέληξε, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διεθνή καταξίωση και την κατάκτηση ξένων αγορών.
«Απόστολος των κρασιών»
ΓΙΑΤΙ οι ξένοι γνωρίζουν πάρα πολύ καλά το γαλλικό γλυκό κρασί Sauternes, το ουγγρικό Tokaj, το πορτογαλικό Port, το ελληνικό Vinsanto αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν την αξεπέραστη κουμανδαρία μας; Τις προάλλες, σε επίσκεψή μου σε γνωστή κάβα της Λευκωσίας, ένας εκ των ιδιοκτητών ανέλαβε να με ξεναγήσει. Τον ρώτησα και για την κουμανδαρία. Μα ασυγκάλυπτη πικρία μού παρουσίασε έξι μπουκάλες κουμανδαρίας με διαφορετικές ετικέτες και μάρκες. «Αυτό είναι το καλύτερο κρασί μας και δεν ξέρουμε να το διαφυλάξουμε και να το προβάλουμε», είπε.
Η κουμανδαρία έπρεπε να ήταν η ναυαρχίδα της κυπριακής οινοποιίας. Δεν είναι και γι’ αυτό ευθύνονται όλες οι κυβερνήσεις, από το 1960 και εντεύθεν. Σήμερα, τι γίνεται; Ο Θουκής Γεωργίου, Λειτουργός Γεωργίας Α’ στο Τμήμα Γεωργίας και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Οίνων, μιλώντας στο πρώτο Παγκύπριο Συμπόσιο για το κυπριακό κρασί, επικεντρώθηκε στην κουμανδαρία. Πριν από τους σταυροφόρους, η κουμανδαρία, αυτός ο μοναδικός γλυκός οίνος, ονομαζόταν Νάμα και είναι ό,τι πιο αυθεντικό και ποιοτικό παράγει η Κύπρος στο αποδεδειγμένα αρχαιότερο οινικό terroir της Ευρώπης.
Μόνο 14 χωριά έχουν το δικαίωμα να παράγουν αποκλειστικά κουμανδαρία ως του μοναδικού, για την ώρα, κυπριακού οίνου με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ). Αυτά τα χωριά είναι: Βορειοανατολικά της Λεμεσού: Αψιού, Γεράσα, Καλό Χωριό, Λουβαράς, Άγιος Κωνσταντίνος, Άγιος Παύλος και Ζωοπηγή. Τα εδάφη τους είναι ηφαιστειακά. Βορειοδυτικά της Λεμεσού είναι άλλα επτά χωριά: Άγιος Γεώργιος, Δωρός, Συλίκου, Μονάγρι, Λάνια, Καπηλειό και Άγιος Μάμας. Τα εδάφη τους είναι ασβεστολιθικά. Όλα αυτά τα χωριά συνασπίζονται τώρα, και ευτυχώς, σε Ομάδα Παραγωγών Κουμανδαρίας, η οποία θα είναι η πρώτη Ομάδα Παραγωγών στον αμπελοοινικό τομέα της Κύπρου.
Πώς και με τι σερβίρεται
Η κουμανδαρία παράγεται από σταφύλια μαύρα και ξινιστέρι, αφού προηγουμένως υπερωριμάσουν εκτός φυτού στον ήλιο, για 10-15 ημέρες πάνω σε ειδικές απλώστρες. Σήμερα, η κουμανδαρία παράγεται σε δύο τύπους: Ως οίνος λικέρ, μετά από ενδυνάμωσή της με αλκοόλη αμπελοοινικής προέλευσης. Ή ως γλυκός οίνος από λιαστά σταφύλια (χωρίς ενδυνάμωση με αλκοόλη).
Όπως ο Θουκής Γεωργίου παρατηρεί, «η κουμανδαρία είναι θεϊκός, βασιλικός μεγάλος οίνος, με πλούσια φυσικά σάκχαρα. Σερβίρεται αρκετά παγωμένη σε θερμοκρασία 8-10οC, σε ειδικό κολονάτο ποτήρι. Καταναλώνεται ως προδόρπιο με ξηρά φρούτα και καρπούς, ως συνοδευτικό ειδικών πιάτων (fois gras, γεμιστό χοιρινό με παστά φρούτα - βερίκοκο ή δαμάσκηνα) και ως επιδόρπιο με τοπικά παραδοσιακά γλυκά, αναρή ανάλατη με μέλι χαρουπιού ή έψιμα και σοκολατοειδή».
Χρώματα της κουμανδαρίας: Χροιές άχυρου, κεχριμπαριού, κεριού, μελιού και χαρουπόμελου.
Αρώματα: Σιρόπι από γλυκό κεράσι, παστό βερίκοκο, μέλι ανθέων ακακίας, κηρύθρα, καραμέλα, κακάο, σοκολάτα, χαρούπι, παστό σύκο και δαμάσκηνο.
Η κουμανδαρία θεωρείται ως ο «Απόστολος των κυπριακών κρασιών» αλλά… Για λόγους ακατανόητους, καμία κυβέρνηση δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά να την αναδείξει, να την προβάλει και να την προωθήσει διεθνώς, ως ένα από 4-5 καλύτερα γλυκά κρασιά στον κόσμο. Να επισημάνουμε πως οι Γάλλοι, από τα κρασιά τους, εισπράττουν πέραν των 40 δισεκ. ευρώ τον χρόνο. Από το 1855 έχουν κατηγοριοποιήσει τις ποικιλίες και τις ποιότητες, και θεωρείται εθνικό καθήκον και υποχρέωσή τους να αναβαθμίζουν συνεχώς και ποιοτικώς τα κρασιά τους. Μια ολόκληρη οινική παιδεία έχει διαποτίσει τους Γάλλους, καθώς και τους Ιταλούς και Ισπανούς. Οι Κύπριοι έχουν ακόμα πάρα πολύ δρόμο να διανύσουν. Τα πρώτα βήματα έγιναν και αυτή η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.




