Αγαπητέ Μάριε,

Εκφράζω την ευαρέσκειά μου γιατί σε πρόσφατο άρθρο σου συμφώνησες με την έντονη αντίδραση του Ινστιτούτου Ελληνικού Πολιτισμού ενάντια στη δημόσια τοποθέτηση του διευθυντή του Γερμανικού Ινστιτούτου «Γκαίτε» Β. Luley ότι:

• «Δεν καταλαμβαίνω για ποιο λόγο κυματίζει η ελληνική σημαία στο νησί αντί για την κυπριακή.»
• «Μου είναι αδιανόητο το γιατί οι Κύπριοι γιορτάζουν το Ελληνικό ΟΧΙ στους Ιταλούς του 1940».

Το Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού, αναμένοντας από τη Γερμανική Πρεσβεία να απολογηθεί για την ασέβεια του «ΓΚΑΙΤΕ» προς τα πατριωτικά αισθήματα των Ελλήνων της Κύπρου, τονίζει τα ακόλουθα:

1. Η ελληνική σημαία, βάσει του Κυπριακού Συντάγματος, αποτελεί το σύμβολο των Ελλήνων της Κύπρου και κυματίζει δίπλα στην κρατική μας σημαία.

2. Το Ελληνικό ΟΧΙ του 1940 ανήκει σε ολόκληρη τη Δημοκρατική και Ελεύθερη Ανθρωπότητα, καθώς διέσωσε την Ευρώπη και την Υφήλιο από το γερμανικό ναζιστικό τέρας. Γι’ αυτό είναι γιορτή όλων των λαών και όχι μόνο των Ελλήνων.

Όσον αφορά στο σχόλιό σου, φίλε Μάριε, ότι η «ισοπεδωτική ομοβροντία περί των εμπόρων των εθνών και των ιμπεριαλιστικών βουλήσεων κατευθύνεται ενάντια στη Γερμανία, ένα φιλικό, συμμαχικό, εταιρικό, αδελφό έθνος μέσα στην ευρωπαϊκή μας οικογένεια», θέλουμε ως Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού να διευκρινίσουμε τα εξής:

Ασφαλέστατα, θεωρούμε τη σημερινή Γερμανία ως ένα φιλικό, συμμαχικό, εταιρικό αδελφό έθνος. Ωστόσο, απαιτούμε από τη γερμανική κυβέρνηση να σέβεται την εθνική καταγωγή και τα ιερά σύμβολά μας, αν πράγματι μας θέλει ισότιμους εταίρους στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Αναφορικά με τη διευκρίνιση του κ. Luley, ότι δήθεν προέβη στην επίμαχη δήλωσή του υπό την προσωπική του ιδιότητα, απορρίπτουμε κατηγορηματικά αυτήν την πρακτική την οποία θεωρούμεν κυνική, μα προπαντός ύπουλη. Στις ευνομούμενες δημοκρατίες, τα δημόσια πρόσωπα δεν μπορεί να συμπεριφέρονται σαν νόμισμα με τις δύο όψεις. Ιδιαίτερα όταν τα δημόσια πρόσωπα εκπροσωπούν επίσημα την κυβέρνηση μιας χώρας σε μιαν άλλη, και μάλιστα από την ευαίσθητη και νευραλγική θέση του Μορφωτικού Ακολούθου.

Ως Έλληνες της Κύπρου, που σεβόμαστε απόλυτα τη σύγχρονη Δημοκρατία της Γερμανίας, αξιώνουμε από το επίσημο Βερολίνο να ξεκαθαρίσει το ζήτημα που προέκυψε, με την αψυχολόγητη και ενθελληνική στάση του Διευθυντή του Γερμανικού Μορφωτικού Ινστιτούτου στη Λευκωσία, ο οποίος, πέραν από τα προαναφερθέντα ατοπήματά του, επιχείρησε ανέντιμα να παρέμβει στα εσωτερικά εκπαιδευτικά - πολιτικά μας πράγματα με άλλη δήλωσή του, ότι «αδιανόητο μου φαίνεται, ακόμη, γιατί οι Κύπριοι έχουν αργία την ημέρα της ονομαστικής γιορτής του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου».

Αν παρ' ελπίδα επιτρέψουμε να νομιμοποιηθούν τέτοιες μεθοδεύσεις, είναι σαν να ρίχνουμε νερό στον μύλο των «Νεοκυπρίων», των Τούρκων και των λοιπών εχθρών μας, που σκόπιμα αμφισβητούν την ελληνική μας καταγωγή, καραδοκώντας να μας μετατρέψουν σε «φοινικίζοντες ελληνόφωνους».

Ως Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού, θα πολεμήσουμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε τέτοια δολοπλόκα σχέδια, τα οποία στρέφονται ευθέως εναντίον των ζωτικών συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης γενικότερα.

Υ.Γ. Ο διευθυντής του «ΓΚΑΙΤΕ» ουδόλως διερωτήθηκε ή ανησύχησε γιατί κυματίζει η παράνομη σημαία του ψευδοκράτους και του ΑΤΤΙΛΑ στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατ' επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ξενής Ξενοφώντος
Πρόεδρος Ινστιτούτου Ελληνικού Πολιτισμού
[email protected]