Ψηλαφώντας, λοιπόν, ξανά τα Απομνημονεύματα του ελευθερωτού των Ελλήνων, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αισθανόμαστε πως σταμάτησε ο καιρός

Καθώς τελούμε καθημερινώς ενώπιον των απειλών του εισβολέως, καθώς εισπράττουμε το μένος και την αυθάδεια όλων εκείνων που λεηλάτησαν και κατέσφαξαν την πατρίδα μας, σκέφτομαι πως θα πρέπει, ακόμα μια φορά, να καταφύγουμε στον πατρικό και εθνοπρεπή και στιβαρό λόγο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Έτσι επιστρέφω σε εκείνο το ήθος της Ελληνικής Επαναστάσεως, καθώς και στον συγκλονιστικό διάλογο του Κολοκοτρώνη με τον Άγγλο ναύαρχο Άμιλτον, που του ζητούσε επιμόνως να συνθηκολογήσει με τους Τούρκους και να σταματήσει την επανάσταση και αντιγράφω, από τα Συμβάντα της Ελληνικής Φυλής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έτσι για να θυμόμαστε, εκείνον τον γενναίο λόγο του:

«Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν απ’ όσαις γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτον ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλον έθνος, ήτον με ένα λαόν, οπού ποτέ δεν ηθέλησεν να αναγνωσισθή ως τοιούτος, ούτε να ορκισθή, παρά μόνον ό,τι έκαμνε η βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήση τον ελληνικόν λαόν ως λαόν, αλλά ως σκλάβους. Μιαν φοράν, όταν επήραμεν το Ναύπλιον, ήλθεν ο Άμιλτον να με ιδή, μου είπε ότι: "Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν και η Αγγλία να μεσιτεύση".

Εγώ του αποκρίθηκα ότι: "Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς καπιτάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί του και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμε ελεύθεροι από γενιά σε γενιά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτεινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύω φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα". Με είπε: "Ποια είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;" - Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά". Έτζι δεν με ωμίλησε πλέον».

Ανήκω στη γενιά που οδηγήθηκε προδομένη στη σφαγή του 1974. Στη γενιά εκείνη που επέστρεψε σπαραγμένη από τα πεδία της μάχης ή από τον τόπο της αιχμαλωσίας στα βάθη της Μικρασίας. Στη γενιά εκείνη που επέζησε της φρίκης και του καημού. Έκτοτε κουβαλούμε όλοι εδώ στην Κύπρο εντός μας αυτήν τη ματαίωση της σφαγής και του θανάτου. Μόνο που όταν επιστρέψαμε, δεν είχαμε υπογράψει την παράδοση της πατρίδος μας. Ούτε όταν ήλθαν κατά τρόπον εκβιαστικό τα σχέδια των ξένων, επέλεξε ο Ελληνισμός της Κύπρου την όποια παράδοσή του. Κανείς δεν υπέγραψε τη συνθηκολόγηση και την παράδοσή μας. Αυτά οφείλουμε να τα σκεφτόμαστε ο σύμπας Ελληνισμός, αν θέλουμε να σώσουμε την πατρίδα μας και να την υπερασπισθούμε, καθώς πρέπει, υπερηφάνως και γενναίως και εθνοπρεπώς. Γιατί υπερηφάνως και γενναίως και εθνοπρεπώς θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ύβριν των νεοσουλτάνων, σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς με την επιχειρούμενη νέα τουρκοκρατία.

Ψηλαφώντας, λοιπόν, ξανά τα Απομνημονεύματα του ελευθερωτού των Ελλήνων, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αισθανόμαστε πως σταμάτησε ο καιρός. Πως τίποτε δεν έχει αλλάξει. Το ίδιο πρόσωπο των Τούρκων της Ανατολίας συναντούμε και σήμερα, αυτό της βαναυσότητος και της ωμής βίας. Την οίηση και το θράσος και την υπεροψία των Τούρκων κατακτητών συναντούμε. Την ύβριν και την αυθάδεια του δυνατού, αναγεγραμμένη στο σώμα του Πενταδακτύλου. Και τις αυθάδεις δηλώσεις και τις απειλές. Κι ακόμα, συναντούμε και το άλλο πρόσωπο, αυτό της υποκρισίας των αυτόκλητων μεσολαβητών της Δύσεως, με τις ίδιες πονηρές και υστερόβουλες μεθοδεύσεις.

Σ’ αυτά επιστρέφω, καθώς επωδύνως βιώνουμε τη νέα τουρκοκρατία. Καθώς η αγιασμένη Καρπασία και οι εναπομείναντες ελάχιστοι Έλληνες μάς το υπενθυμίζουν καθημερινώς. Και σκέφτομαι, έτσι, με παράπονο, δεν θα βρεθεί, επιτέλους, ένας Έλληνας να αναφωνήσει ξανά, όσα είπε άλλοτε ο γενναίος στρατηγός, ο ελευθερωτής των Ελλήνων; Να αρθρώσει έναν λόγο εθνικής αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας; «Στώμεν», επιτέλους, «καλώς».

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ