Παραίτηση Υπουργού - Διοικητή και διάταγμα δικαστηρίου ζητούν οι κάτοχοι
Μετακαλούν και δικηγόρους από το εξωτερικό για να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, με βάση και το πόρισμα της Κεντρικής Τράπεζας


Διάταγμα του δικαστηρίου, το οποίο θα σταματά τυχόν απόφαση είτε της κυβέρνησης είτε της Τρόικας για μετατροπή των τραπεζικών αξιογράφων σε μετοχές, θα ζητήσει ο Σύνδεσμος Κατόχων με προσφυγή, την οποία θα καταθέσει αμέσως μόλις γνωστοποιηθεί τέτοια απόφαση. Όπως δήλωσε στην εφημερίδα μας ο πρόεδρος του Συνδέσμου Φοίβος Μαυροβουνιώτης για τον σκοπό αυτό, αντιπροσωπία των κατόχων θα έχει σήμερα συνάντηση με δικηγόρους από τους οποίους θα ζητήσει νομική συμβουλή τόσο για την κατάθεση της προσφυγής όσο και για άλλες δύο κινήσεις, στις οποίες προτίθενται να προχωρήσουν αμέσως:

-Καταγγελία κατά παντός υπευθύνου με στόχο την ποινική δίωξη, και,
-Καταχώριση αγωγών στο δικαστήριο, στη βάση και του πορίσματος της Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο, όπως είναι γνωστό, επιρρίπτει ευθύνες σε όσους προέτρεψαν επενδυτές να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους σε τραπεζικά αξιόγραφα.

Όπως τόνισε στη «Σημερινή» ο κ. Μαυροβουνιώτης, οι κάτοχοι δεν δέχονται επ’ ουδενί τη μετατροπή των αξιογράφων σε μετοχές, έστω και αν θα παίρνουν τόκο για ορισμένο χρονικό διάστημα.

Δεν μας ενδιαφέρει πώς η Κεντρική Τράπεζα ή το Υπουργείο χειρίζονται το πρόβλημα με την Τρόικα, ούτε αν έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν με απόφαση για μετοχοποίηση. Εμείς δεν δεχόμαστε μετοχοποίηση και είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε αμέσως για να ζητήσουμε έκδοση διατάγματος από το δικαστήριο, το οποίο θα απαγορεύει τη μετατροπή, στη βάση της ιδιωτικής συμφωνίας την οποία έχουμε υπογράψει με τις τράπεζες. Δεν μας δεσμεύει η οποιαδήποτε απόφαση ληφθεί σε επίπεδο Κυβέρνησης ή Τρόικας, επειδή η συμφωνία έγινε μεταξύ μας και των δύο τραπεζών, και κανενός άλλου».

Καταπέλτης το ψήφισμα
Χθες κοινοποιήθηκε και το ψήφισμα το οποίο ενέκρινε η γενική συνέλευση των κατόχων που πραγματοποιήθηκε στις 16 Νοεμβρίου.
1. Στο ψήφισμα καταδικάζεται η κωλυσιεργία των τραπεζών Κύπρου και Λαϊκής για επίλυση του προβλήματος των αξιογράφων, ενώ καλείται η Κεντρική Τράπεζα όπως, με την ολοκλήρωση του πορίσματος της έρευνας που έχει διενεργήσει, να καταδικάσει τις τράπεζες και να επιβάλει τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές. Ταυτόχρονα, καλείται ο Γενικός Εισαγγελέας να διατάξει ποινική δίωξη εναντίον των τραπεζών και όσων ηθελημένα ή αθέλητα αναφέρονται στο πόρισμα «ως αυτουργοί αυτού του εγκλήματος και άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται στο σκάνδαλο αυτό. Οι ευθύνες να καταλογισθούν και οι υπαίτιοι να παραπεμφθούν στη δικαιοσύνη».

Στο ψήφισμα αναφέρεται ότι σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε ο Σύνδεσμος μελετώντας πέραν των 1.000 επιστολών διαμαρτυρίας και καταγγελίες των μελών του, καθώς και τις δεκάδες προφορικές καταγγελίες, αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι τράπεζες έχουν παραβιάσει κατάφωρα τον νόμο 144(1) του Οκτωβρίου 2007, τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και την Ευρωπαϊκή Οδηγία MiFID.

«Ως εκ τούτου, τονίζεται, θεωρούμε τα αξιόγραφα που εξέδωσαν οι τράπεζες παράτυπα, παράνομα και άκυρα, και απαιτούμε επιστροφή των καταθέσεων των μελών μας. Καλούμε τον Υπουργό Οικονομικών, την Κυβέρνηση, τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όπως γνωστοποιήσουν και τονίσουν ευθαρσώς στην Τρόικα ότι τα αξιόγραφα είναι προϊόν εξαπάτησης και παράνομων και παράτυπων διαδικασιών, και ως τέτοια δεν μπορούν να συνυπολογισθούν στα κεφάλαια των τραπεζών, ούτε και να μετατραπούν σε μετοχές. Δεν μπορεί να υπάρξει παρανομία πάνω στην παρανομία και δεν θα ανεχθούμε τέτοια συμπεριφορά».

Να παραιτηθούν Υπουργός - Διοικητής

Στο ψήφισμα καταδικάζεται η στάση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Κεντρικής οι οποίοι, όπως αναφέρεται, όφειλαν να γνωρίζουν για τις παρανομίες των τραπεζών και να προστατέψουν τους κατόχους από την Τρόικα, πράγμα που δεν έπραξαν.

«Αντίθετα», τονίζεται, «προσπάθησαν να διαφυλάξουν τα συμφέροντα των τραπεζών, γι' αυτό και απαιτούμε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να καλέσει αμέσως τον Υπουργό των Οικονομικών και τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους. Αν δεν συμμορφωθούν να τους παύσει και να τους αντικαταστήσει με πρόσωπα τα οποία θα θέτουν υπεράνω όλων τον παράγοντα άνθρωπο, και όχι τα κεφάλαια των τραπεζών και της ολιγαρχίας.

Με το ψήφισμα καλούνται οι δύο τράπεζες όπως, μέχρι να βρεθεί ικανοποιητική λύση, μεταξύ άλλων αναστείλουν την πληρωμή των δόσεων των δανείων όλων των κατόχων που έχουν συνάψει δάνεια με εγγύηση τα αξιόγραφα και να μη χρεώνουν τόκους στα δάνεια, για όσο καιρό δεν καταβάλλεται τόκος στα αξιόγραφα.

Στρέφονται εναντίον όλων
Με το ψήφισμα καλούνται οι κάτοχοι αξιογράφων «να προχωρήσουν αμέσως σε ιδιωτικές ποινικές και αστικές αγωγές κατά παντός υπευθύνου: Εποπτικών Αρχών, απελθόντων και παρόντων Προέδρων και μελών των Διοικητικών Συμβουλίων των δύο τραπεζών, όσων αναφέρονται στο πόρισμα της Κεντρικής ως υπεύθυνοι για τα αξιόγραφα, των διευθυντών και των υπαλλήλων των τραπεζών που ενέχονται, και οποιωνδήποτε άλλων άμεσα ή έμμεσα συμμετείχαν ή βοήθησαν στην καταδολίευση και παραπλάνηση των καταθετών/μελών μας, καθώς και των ελεγκτικών οίκων των δύο τραπεζών. Επίσης, εκτός από το αντίγραφο του πορίσματος της Κεντρικής που δώσαμε στην Τρόικα, θα αποστείλουμε το πόρισμα και στα αρμόδια σώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Σε περίπτωση που όλα τα πιο πάνω δεν έχουν αποτέλεσμα, ο Σύνδεσμος θα καλέσει τα μέλη και τους φίλους του να σταματήσουν να συνεργάζονται με τις δύο τράπεζες, να χρησιμοποιούν τις κάρτες τους, να σταματήσουν την πληρωμή των καρτών, να σταματήσουν να πληρώνουν τα δάνειά τους και να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις δύο τράπεζες.

Τέλος, αναφέρεται ότι ο Σύνδεσμος θα προχωρήσει με τη βοήθεια δικηγόρων τόσο από την Κύπρο όσο και από το εξωτερικό στην κατάθεση αίτησης στο δικαστήριο για έκδοση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον των τραπεζών, με στόχο να αποτραπεί μετατροπή των αξιογράφων σε μετοχές, καθώς και στην κατάθεση αίτησης στο δικαστήριο για απόδειξη ότι οι τράπεζες διέθεταν επενδυτικό προϊόν μεγάλου ρίσκου σαν καταθετικό, ζητώντας διάταγμα του δικαστηρίου, ώστε οι καταθέσεις να επιστραφούν στους καταθέτες στις ημερομηνίες που έμμεσα αναφέρονται ως λήξη των αξιογράφων, δηλαδή σε πέντε χρόνια από την έκδοσή τους.