Δύο οικογένειες που δεν βρέθηκαν ποτέ, αλλά γνωρίζονται χρόνια - Για 18 έτη παρακολουθούσαν η μια τη ζωή της άλλης μέσα από τις αράδες ενός γράμματος, μιας εορταστικής κάρτας, των ευχών για τα γενέθλια, τους αρραβώνες, τους γάμους…
Η ΧΡΥΣΟΥΛΑ που συνάντησε την Ανθούλα, 38 ολόκληρα χρόνια μετά το πρώτο γράμμα που αντάλλαξαν
«Το επίθετό σας μού θυμίζει κάτι. Είχα αλληλογραφία με την οικογένεια Πιέρα για πολλά χρόνια, αλλά χαθήκαμε. Μήπως γνωρίζετε την Ανθούλα Πιέρα», ρώτησε η κ. Χρυσούλα τη φαρμακοποιό. Δεν το πιστεύω, απάντησε εκείνη και πήρε αμέσως την πρώτη της ξαδέρφη τηλέφωνο. Αμέσως μετά την εισβολή τα μικρότερα δίδυμα αδέρφια της κ. Χρυσούλας είχαν στείλει βοήθεια από την Ελλάδα στην Κύπρο, τετράδια, μολύβια κι άλλα χρειώδη για το σχολείο, μιας και η σχολική χρονιά είχε ξεκινήσει μετά από εκείνο το μαύρο καλοκαίρι. Σ’ ένα από τα τετράδια υπήρχε ένα σημείωμα από τους αποστολείς. Η απάντηση από τον παραλήπτη δεν άργησε να έρθει: «Είμαι η Ανθούλα Πιέρα, προσφυγοπούλα από την Περιστερωνοπηγή Αμμοχώστου και πηγαίνω στη Δ’ Δημοτικού».
Η Χρυσούλα, μεγαλύτερη σε ηλικία, ανέλαβε να απαντήσει και έτσι ξεκίνησε μιαν αλληλογραφία που κράτησε 18 ολόκληρα χρόνια. Ο πατέρας, Ανδρέας Πιέρας, απαντούσε στην αρχή στα γράμματα από την Ελλάδα και τους ενημέρωνε για την κατάσταση στην Κύπρο και της οικογένειάς του. Αργότερα η Ανθούλα Πιέρα ανέλαβε την αλληλογραφία με τη Χρυσούλα Γκιλδάκη, από την Ορεστιάδα του ακριτικού Έβρου.
Όταν η Χρυσούλα Γκιλδάκη με την οικογένειά της μετακόμισαν το 1992 στη Γερμανία, όπου δούλεψε ως δασκάλα, η αλληλογραφία διακόπηκε και η επαφή χάθηκε. Η Ανθούλα έκανε τη δική της οικογένεια, οι διευθύνσεις άλλαξαν, τα τηλέφωνα δεν ήταν πια τα ίδια. Ήταν η τρίτη φορά που η κ. Χρυσούλα ήρθε στην Κύπρο να δει τον γιο της, που μένει πια μόνιμα εδώ. Προσπάθησε να εντοπίσει την οικογένεια Πιέρα τις προηγούμενες δύο, αλλά δεν στάθηκε δυνατό. Η τύχη ήταν με το μέρος της αυτή τη φορά. Τα χάπια που έπρεπε να πάρει, το φαρμακείο της γειτονιάς, το επίθετο της φαρμακοποιού…
Είκοσι χρόνια μετά
Είκοσι χρόνια μετά το τελευταίο γράμμα, οι δύο οικογένειας, που για 18 χρόνια παρακολουθούσαν η μια τη ζωή της άλλης μέσα από τις αράδες ενός γράμματος, μιας εορταστικής κάρτας, των ευχών για τα γενέθλια, τους αρραβώνες, τους γάμους, συναντήθηκαν μια Κυριακή πρωί στο σπίτι του Ανδρέα και της Ανδριανής Πιέρα από την Περιστερωνοπηγή Αμμοχώστου και τώρα στο συνοικισμό Στρόβολος 2. Ο κ. Ανδρέας είναι πλέον 82 χρονών και η κ. Ανδριανή 74. Τα παιδιά μεγάλωσαν και έκαναν τα δικά τους παιδιά και η μικρή Ανθούλα έχει πλέον δύο γιους.
Πώς αισθανθήκατε όταν είδατε την κ. Χρυσούλα για πρώτη φορά μετά από 38 χρόνια, ρωτήσαμε τον κ. Ανδρέα και την κ. Ανδριανή. «Μεγάλη χαρά», λέει χαμογελώντας ο κ. Ανδρέας, «άρχισαν τα μάτια μας να τρέχουν». «Χαρήκαμε, ενθουσιαστήκαμε», λέει με τη σειρά της η κ. Ανδριανή. Δύσκολα χρόνια μετά την εισβολή. Η οικογένεια ασχολείτο με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στις 14 Αυγούστου 1974 οι συγχωριανοί τους άρχισαν να εγκαταλείπουν την Περιστερωνοπηγή. Οι ίδιοι δεν πίστεψαν ότι το κακό θα ήταν μεγάλο. Τακτοποίησαν το σπίτι, τάισαν τα ζώα κι έφυγαν «το δειλινό».
Πρώτα στο Δασάκι της Άχνας, εντός των Βρετανικών Βάσεων, μετά στο σχολείο της Ξυλοφάγου, ύστερα στο Γυμνάσιο Ακρόπολης και μετά, 2,5 χρόνια στα αντίσκηνα, μέχρι να τους δοθεί ένα σπίτι να μείνουν. Τα σχολεία άνοιξαν και τα παιδιά έπρεπε να πάνε σχολείο. Ο κ. Ανδρέας είχε βρει προσωρινά δουλειά τότε στις αποθήκες του Υπουργείου Παιδείας όπου διένειμαν τα βιβλία και τα σχολικά είδη που έρχονταν από την Ελλάδα. Βρήκε το σημείωμα στο τετράδιο που προοριζόταν για την Ανθούλα, τη διεύθυνση και έτσι η αλληλογραφία ξεκίνησε…
Δεν μπορεί ακόμα να το πιστέψει
ΣΤΗΝ αρχή η αλληλογραφία ήταν με τον πατέρα, τον κ. Ανδρέα, μας είπε η κ. Χρυσούλα. «Έβλεπα έναν άνθρωπο που προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια του, να μείνει όρθιος. Είχαν την ελπίδα ότι θα γύριζαν πίσω στα σπίτια τους. Ήταν δύσκολα χρόνια, το καταλάβαινα από τα γράμματά του. Απ’ τη μια ήταν ο ξεριζωμός και απ’ την άλλη η επιβίωση. Δούλευαν πολύ για να ριζώσουν ξανά». Η Ανθούλα δεν μπορεί να το πιστέψει ακόμα.
«Με πήρε η ξαδέρφη μου και μου λέει, είναι μια κυρία εδώ και θέλει να σου μιλήσει. Η φωνή κόμπιαζε από την άλλη μεριά του τηλεφώνου και όταν άρχισε να μιλά κατάλαβα από την προφορά ότι ήταν από την Ελλάδα. Αλληλογραφούσαμε για χρόνια, μου είπε, και σταμάτησε συγκινημένη. Το μυαλό μου πήγε αμέσως στην οικογένεια Γκιλδάκη. Είμαι η δασκάλα, μου είπε, κι αμέσως απάντησα εγώ: Η Χρυσούλα. Ήταν σαν να συμπλήρωνε η μια την άλλη. Ένιωσα ένα ρίγος, συγκινήθηκα, δεν μπορούσα να μιλήσω».
Τα γράμματα, οι αναμνήσεις
«ΜΟΛΙΣ την είδα στο σπίτι των γονιών της κατάλαβα πως ήταν η Ανθούλα», είπε η κ. Χρυσούλα, αν και δεν την είχε δει ποτέ, παραμόνο στην οικογενειακή φωτογραφία έξω από το αντίσκηνο, που τους είχαν στείλει μ’ ένα γράμμα. Ο κ. Ανδρέας έχει ακόμη τη φωτογραφία της κ. Χρυσούλας από τον γάμο της το 1979, που ήρθε επίσης με ένα γράμμα. «Ένιωθα σαν να την ήξερα από καιρό», περιγράφει τα πρώτα της συναισθήματα μόλις αντίκρισε τη Χρυσούλα, η Ανθούλα. «Σαν να είναι αδερφή της Ανθούλας», αισθάνεται ο κ. Ανδρέας.
Η βοήθεια απ’ την Ελλάδα ήταν για μας πολύ σημαντική τότε, δεν είχαμε φέρει τίποτα, νομίζαμε ότι θα επιστρέφαμε πίσω», μας είπε η κ. Ανδριανή. Η συγκίνηση δεν περιγράφεται, λέει η κ. Χρυσούλα. «Είναι σαν ένα όνειρο. Προσπάθησα να τους βρω πολύ, αλλά δεν μπόρεσα. Πριν φύγω για να έρθω εδώ είπα ''ας πάρω κάτι συμβολικό μαζί μου, γιατί πού ξέρεις, μπορεί να τους βρω αυτή τη φορά'', και πήρα». Κι αυτή τη φορά ο παραλήπτης πήρε το συμβολικό δώρο απευθείας από τον αποστολέα!
Όταν η κ. Χρυσούλα παντρεύτηκε, της έστειλαν δώρο. «Μια ασημένια κούπα, την έχω ακόμα». Κι όταν η Ανθούλα αρραβωνιάστηκε, πήρε δώρο έναν ασημένιο σταυρό με θαλασσιά πέτρα, τον οποίο κρατά ακόμα. «Το ίδιο είχα πάρει και στην κόρη μου», λέει η κ. Χρυσούλα.
Είστε χαρούμενος, ρωτάμε τον κ. Ανδρέα. «Πολλά!». Τώρα, λέει, δεν θα χαθούν ξανά, τα παιδιά και τα εγγόνια θα κρατήσουν την επαφή. Αντάλλαξαν δώρα, ευχές, διευθύνσεις, τηλέφωνα, emails, υπάρχει πλέον και η σύγχρονη τεχνολογία. Από αυτήν, ο κ. Ανδρέας και η κ. Ανδριανή δεν πολυκαταλαβαίνουν, όμως έχουν ακόμη τα γράμματα που αντάλλαζαν με την οικογένεια Γκιλδάκη. Και τις φωτογραφίες. Και τις αναμνήσεις. Και την πίκρα του ξεριζωμού, αλλά και τη χαρά της συναπάντησης. Στις φωτογραφίες πια όλοι χαμογελούν και οι ευχές είναι μέχρι την επόμενη συνάντηση, ίσως αυτή τη φορά στην Ορεστιάδα, όπως λένε.




