Όσοι είχαν ψευδαισθήσεις για την τήρηση συμφωνιών από πλευράς Τουρκίας θα έπρεπε να είχαν συνειδητοποιήσει ότι οι Συμφωνίες 1977 και 1979 ανατράπηκαν, όχι τυχαία, με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους.
Η Τουρκία ακολουθεί τη δική της επεκτατική πολιτική, ενώ εμείς «φροντίσαμε» να την ενισχύσουμε με γενναίες παραχωρήσεις και με την οικονομική καταστροφή του Κράτους, που πορεύεται σε οικονομική υποτέλεια στην Τρόικα.
Η οικονομία και η δυσχερής αντιμετώπιση των απαιτήσεων της Τρόικας δεν πρέπει να μας ωθήσουν στο να κατατάξουμε το πρόβλημα της εισβολής και κατοχής ως δευτερεύον. Αντίθετα, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να θεωρήσουμε, αλλά και να αντιμετωπίσουμε την πολύμορφη οικονομική πίεση που ασκείται κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως μέρος μιας, ενδεχόμενης, προσπάθειας να χρησιμοποιηθεί η οικονομία ως εφαλτήριο για να εξαναγκαστούμε να συρθούμε σε λύση του προβλήματος εισβολής και κατοχής, που απλώς θα κλείσει το πρόβλημα.
Μάλιστα, μια λύση που θα ξεκινά με την εξαγγελθείσα ήδη από πλευράς κου Ντάουνερ, «καταγραφή» των λεγομένων «συγκλίσεων» των ενδοκυπριακών προσπαθειών για επίλυση του Κυπριακού. «Συγκλίσεις» που ουσιαστικά προέκυψαν λόγω των δικών μας «γενναίων παραχωρήσεων», τις οποίες όμως ουδέποτε ο κυρίαρχος λαός εξουσιοδότησε να γίνουν ή έστω τις αποδέχτηκε η πλειοψηφία των κομμάτων. «Συγκλίσεις» που προκαθορίζουν ένα τεράστιο βάρος στις διεκδικήσεις μιας νέας πορείας, που θα καθορίσει και θα πρέπει να καθορίσει ο νέος Πρόεδρος από τον Μάρτη του 2013.
Το μικρό σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές οικονομίες δικό μας πρόβλημα, δεν πρέπει να αφεθεί να επιφέρει, στα πλαίσια της συνδρομής της Τρόικα, ως μορφή οικονομικής υποτέλειας, πλήγμα στις διεκδικήσεις για λύση του Κυπριακού με βάση τις αρχές του διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου. Παράλληλα, όμως, ο λαός θα πρέπει να προετοιμαστεί με σαφείς και διάφανες τοποθετήσεις, ότι θα κληθεί να θυσιάσει και πάλιν την ποιότητα της ζωής και άνεσής του, πέραν και πρόσθετα προς την ήδη συσσωρευθείσα δυστυχία που σήμερα βιώνουν οι άνεργοι και οι οικογένειές τους.
Η προετοιμασία αυτή είναι για δύο λόγους απαραίτητη: (α) να μη συντελέσει στην απόλυτη απογοήτευση και απελπισία για τον κάθε πολίτη και (β) να διαμορφώσει τη δυνατότητα ώστε να ζητηθούν, δικαίως, ευθύνες για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η οικονομική κυριαρχία του Κράτους και κατ’ επέκταση οι εξ αυτής της κατάστασης κίνδυνοι. Οι ευθύνες δεν είναι μόνο από τις αποφάσεις των Τραπεζών. Είναι ευθύνες από το ότι για χρόνια δεν προετοιμαστήκαμε με πολιτικές ορθές επιλογές σ’ όλους τους τομείς (οικονομία - άμυνα - θεσμοί - το Κράτος υπό μερική κατοχή και ο λαός) ώστε για να αντέξουμε την κάθε επιβολή και δυσκολία.
Τούτη λοιπόν η κακιά ώρα, ας συντελέσει βοηθητικά πρόσθετα προς τις νέες θυσίες στις οποίες θα υποβληθεί ο απλός πολίτης, ώστε να υπάρξει μια σαφής ανάληψη της όποιας ευθύνης αναλογεί σε κάθε ηγέτη, κόμμα και θεσμό. Είναι και καθήκον αλλά και ξεκάθαρο μήνυμα προς εταίρους, φίλους και εχθρούς, ότι η ηγεσία του τόπου αναλαμβάνει τις ευθύνες για τα δικά της λάθη έναντι του λαού, αλλά παράλληλα ο κυρίαρχος λαός αξιώνει τη μη εφαρμογή των όποιων απαιτήσεων από τρίτους, που θα ανατρέπουν τον κοινωνικό ιστό και την ποιότητα ζωής.
Δεν θα ανεχθεί, αντί της οφειλόμενης αλληλεγγύης από πλευράς Ε.Ε., να συρθεί σε διαρκή μιζέρια και εξαθλίωση, λόγω της επικρατούσας πολιτικής θεώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που δεν νοιάζεται για τους πολίτες της.
Αυτά σ’ ό,τι αφορά την οικονομία, σ’ ό,τι δε αφορά τη διαπραγμάτευση των οικονομικών όρων και απαιτήσεων, να έχουν υπόψη τους οι τροϊκανοί και άλλοι που ασκούν, επίσης, πιέσεις ότι δεν θα κάμψουν το αγωνιστικό σθένος και τη διεκδίκηση για μια λύση δίκαιη του προβλήματος εισβολής και κατοχής κατά τον επιβεβλημένο σεβασμό προς τα δικαιώματα του ανθρώπου, που αναγνωρίζει και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ας τονιστεί στους δανειστές πως ο τόπος πέρασε πολλές δυσχέρειες και καταστροφές, αλλά πάντα άντεξε και πάντα διαφύλαξε το σθένος και την αξιοπρέπειά του.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος
Η εισβολή και τώρα η οικονομική «υποτέλεια»





