Πήραμε άριστα ως λογοτεχνικός προορισμός - Με τη φιλοξενία, στο νησί μας, πέντε γνωστών συγγραφέων από πέντε χώρες, που επισκέφθηκαν διάφορα μέρη, εμπνεύστηκαν και έγραψαν για τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις τους

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ που θα προκύψουν από την επίσκεψη των συγγραφέων, μαζί με αυτά των περσινών, θα εκδοθούν σε Ανθολογία (Ελληνικά και Αγγλικά), με τίτλο «Κύπρος - Λογοτεχνικός Προορισμός»


Μια πρωτοποριακή διεθνής λογοτεχνική συνάντηση έγινε στην Κύπρο από τις 31 Οκτωβρίου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 2012 , με τη φιλοξενία, στο νησί μας, πέντε γνωστών συγγραφέων από πέντε χώρες, που επισκέφθηκαν διάφορα μέρη, εμπνεύστηκαν και έγραψαν για τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις τους.

Η κυρίως εκδήλωση με τίτλο «Κύπρος- Λογοτεχνικός Προορισμός», έγινε την Κυριακή 4 Νοεμβρίου και συμπεριλάμβανε την ημερίδα με τίτλο «Γλώσσα και μετάφραση στη διατήρηση της ταυτότητας και της αρμονικής συνύπαρξης στην ενωμένη Ευρώπη» και την ανοικτή λογοτεχνική εκδήλωση.

Ένας πολυπρόσωπος λόγος


Μίλησαν στη λογοτεχνική ημερίδα οι φιλοξενούμενοι συγγραφείς Miguel Angel Marquez Guerrero από την Ισπανία, ο Marcus Roloff από τη Γερμανία, η Kjersti Annesdatter Skomsvold από τη Νορβηγία , η Έρση Σωτηροπούλου από την Ελλάδα και η Mindy Zhang από την Κίνα /HΠΑ.

Τον λόγο πήραν, εκτός από τους πέντε συγγραφείς, ο Κωνσταντίνος Μαστόρος, Προϊστάμενος του Ελληνικού Τμήματος Διερμηνείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Σταύρος Καραγιάννης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, η Δρ Νίκη Μενελάου, Λέκτορας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Frederick, ο Javier Diaz Gervassini, Διευθυντής του Ινστιτούτου Θερβάντες στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και η Δέσποινα Πιρκεττή, συγγραφέας και μεταφράστρια. Συντόνιζε η Σοφία Ιορδανίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Πρόεδρος της ημερίδας ήταν ο Δρ Νίκος Περιστιάνης, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Ανάγνωση κειμένων και προβολές

Στη λογοτεχνική εκδήλωση οι πέντε συγγραφείς διάβασαν κείμενα που έγραψαν κατά την παραμονή τους στο νησί, και έγιναν προβολές με μεταφράσεις είτε στα Αγγλικά ή στα Ελληνικά. Μίλησαν επίσης η Maria Pilar Cuadra Gascon, Σύμβουλος της Ισπανικής Πρεσβείας στην Κύπρο, ο Bjorn Luley, Διευθυντής του Ινστιτούτου Γκαίτε στη Λευκωσία και ο Thomas Stromme, σύμβουλος για ευρωπαϊκά θέματα τού Υπουργείου Εξωτερικών της Νορβηγίας. Στην εκδήλωση τραγούδησε ο Δημήτρης Μακρής, και στο πιάνο ο Philip Zilfo.

Στον ίδιο χώρο λειτούργησε έκθεση βιβλίου από τον εκδοτικό οίκο «Εντύποις».

Η ημερίδα εντάσσεται στα πλαίσια της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα κείμενα που θα προκύψουν από την επίσκεψη των συγγραφέων, μαζί με αυτά των περσινών, θα εκδοθούν σε Ανθολογία (Ελληνικά και Αγγλικά), με τίτλο «Κύπρος - Λογοτεχνικός Προορισμός».

Η φετινή εκδήλωση ήταν η συνέχεια και το τέλος της σειράς που διοργανώθηκε πέρυσι με τη συμμετοχή τεσσάρων συγγραφέων: Homero Aridjis (Μεξικό), Caius Dobrescu (Ρουμανία), Alicia Stallings (ΗΠΑ) και Δημήτρη Νόλλα (Ελλάδα).

Η εκδήλωση οργανώθηκε από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ και στηρίχθηκε από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, τις Πρεσβείες της Ελλάδος, της Ισπανίας, της Νορβηγίας, τα Ινστιτούτα Γκαίτε και Θερβάντες στη Λευκωσία και τον Οργανισμό NORLA Νορβηγίας.

Τα κουκουνάρια του Τροόδους

Η MINDY Zhang από την Κίνα /HΠΑ. Κινέζα ποιήτρια και μεταφράστρια που ζει στο Λος Άντζελες των ΗΠΑ. Έχει γράψει έξι συλλογές στα Κινέζικα και είναι η εκδότρια του Poetry East West.

ΤΗΣ MINDY ZAHANG
ΠEYKA υπάρχουν απανταχού της γης, αλλά στην οροσειρά του Τροόδους τα δάση είναι διάσπαρτα με κουκουνάρια, σαν να ’ναι φρούτα ή πουλιά. Ήταν Πέμπτη, 1η Νοεμβρίου και παίρναμε το μεσημεριανό μας στη βεράντα της Μαρίας, φίλης της Λίλης, σε ένα σπίτι στη βουνοκορφή, με μια θέα πλατιά, πανέμορφη. Έτρωγα νόστιμο κυπριακό φαγητό αντίκρυ στην απέραντη κοιλάδα, κουβεντιάζοντας με συγγραφείς από Γερμανία, Νορβηγία και Ισπανία, αλλά κάθε τόσο το βλέμμα μου το αποσπούσαν τα κουκουνάρια στα δέντρα. Ήταν τόσα πολλά, περισσότερα απ’ όσα άλλα δέντρα κουβαλούν. Περισσότερα απ’ όσα έχω δει στη ζωή μου.

Έχω δει κουκουνάρια πεσμένα καταγής και είχα την εντύπωση πως εκεί ανήκουν, σαν στολίδια στο δάπεδο του δάσους, δίχως ποτέ μου να συλλογιστώ ότι θα ήταν πολύ πιο ευάρμοστα πάνω στα δέντρα. Πρώτη μου φορά έβλεπα τόσα κουκουνάρια μαζεμένα σε κλαδιά. Έμοιαζαν ιδιαίτερα. Σαν να βρίσκονταν εκεί για κάποιο λόγο. Ποιον όμως; Δεν ήξερα ακόμη. Έμεινα να τα κοιτάζω, ανήμπορη να σηκώσω το βλέμμα μου από πάνω τους - με είχαν συνεπάρει πέρα για πέρα. Μα το μόνο που έβλεπα ήταν το χρώμα και το σχήμα τους, τα πιο επιφανειακά χαρακτηριστικά του κωνικού καρπού. Τι άλλο γνώριζα; Τίποτα.

Αφού φάγαμε, πήγαμε στην παραλία, στο οινοποιείο και στην πλατεία… Σημείωσα τα ονόματα όλων των μερών που επισκεφτήκαμε εκείνη τη μέρα. Μα πέρα απ’ τα ονόματα, τι άλλο γνωρίζουμε για την πραγματική Κύπρο; Τίποτα. Επιστρέφοντας στη Λευκωσία το βράδυ, έκανα ένα σωρό ερωτήσεις στη Νόρα, χαζές ερωτήσεις, άσχετες. Θέλω να μάθω τι είναι η Κύπρος, όπως σηκώνω ένα κουκουνάρι απ’ το πεύκο και το κοιτάω προσεκτικά. Κάθε κουκουνάρι αποτελείται από πολλά κομμάτια ενωμένα, σαν χώρα όπου ομιλούνται πολλές γλώσσες και λατρεύονται πολλές θρησκείες.

Κι όμως, την Παρασκευή 2 Νοεμβρίου, πήγαμε στην Πράσινη Γραμμή, περιμέναμε στη σειρά στο οδόφραγμα, βγάλαμε βίζα, μας σφράγισαν το διαβατήριο και περάσαμε απέναντι. Κι έτσι βρεθήκαμε στον βορρά της Κύπρου, που είναι μέρος του ίδιου νησιού, της ίδιας χώρας, μα εμείς το περάσαμε με βίζα, σάμπως και θα πηγαίναμε σε άλλη χώρα. Ακόμη και οι ντόπιοι είναι αναγκασμένοι να δείξουν το διαβατήριό τους και να πάρουν βίζα. Αν δεν το έβλεπα με τα μάτια μου, δεν θα το πίστευα. Όμως, αυτό ακριβώς έγινε: διασχίσαμε ένα «σύνορο» μέσα στην ίδια χώρα, σαν να ’ταν κουκουνάρι μοιρασμένο στα δύο.

Ερχόμενη για πρώτη φορά στην Κύπρο αισθάνομαι σαν να έχω εισχωρήσει στην ελληνική μυθολογία με τόσα αρχαία ονόματα και ιστορίες, μα η εικόνα των κουκουναριών του Τροόδους με επαναφέρει στην πραγματικότητα, κι η πραγματικότητα εδώ σε έλκει στα δεδομένα της σύγχρονης ιστορίας.

Το ίδιο βράδυ ήμασταν καλεσμένοι στην οικία του Έλληνα πρέσβη για δείπνο, πάρτι δηλαδή, αλλά ό,τι είχα δει κατά τη διάρκεια της ημέρας ήταν ακόμη μαζί μου και με βύθιζε σε σκέψεις. Κάποιοι απ’ αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να ήταν μάρτυρες των γεγονότων. Δεν μπορούσα να μη ρωτήσω τι είχαν δει στις 20 του Ιούλη το 1974. Η μεταφράστρια που καθόταν δίπλα μου ήταν ενός έτους εκείνη τη μέρα, μα βίωσε την εισβολή μέσα απ’ τους γονείς της. Η συγγραφέας που είναι και ζωγράφος είπε ότι ο άντρας της επιστρατεύτηκε κι εκείνη πήρε το επτά μηνών βρέφος της και οδήγησε μέχρι τα ορεινά, ενώ το σπίτι της στη βόρεια πλευρά το έχασε για πάντα - έμεινε ένα άδειο κτίσμα χωρίς πόρτες ή παράθυρα. Ο δάσκαλος-ποιητής είπε ότι ήταν έντεκα χρονών εκείνη τη μέρα και για δύο μήνες μετά έτρεχε πέρα-δώθε, να κρυφτεί. Η εισβολή έμοιαζε με τατουάζ στο σώμα του, με μνήμη ανεξίτηλη. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα, κι έχασαν τα σπίτια τους στην ίδια τους τη γη. Ένα ατόφιο κουκουνάρι κόπηκε στα δυο.

Αντιπαραβολές

ΣΤΟ ΚΟΥΡΙΟ οι χρυσές πέτρες του θεάτρου μετατρέπονται σε χωνευτήρι ελληνικών, κινεζικών, νορβηγικών, γερμανικών και ισπανικών λέξεων

Ο MIGUEL Angel Marquez Guerrero από την Ισπανία, κάτοχος διδακτορικού στην Ελληνική Φιλοσοφία, Καθηγητής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Huelva, Ισπανίας.

TΟΥ MIGUEL ANGEL MARGUEZ GUERRERO

ΟΚΤΩ το πρωί. Στην Ανδαλουσία (Ισπανία) είναι άλλες δύο ώρες ώς το χάραμα. Ωστόσο εδώ, στη φιλόξενη Κύπρο, ο ήλιος έχει ήδη ανατείλει πάνω από τις στέγες στα στενά της Λαϊκής Γειτονιάς, παρατηρώντας τους αργόσχολους περαστικούς. Σήμερα, είναι η 1η Νοεμβρίου, η γιορτή των Αγίων Πάντων για τους Καθολικούς. Εκεί εορτάζουν μία εκχριστιανισμένη κέλτικη γιορτή, η οποία σηματοδοτούσε την απαρχή της Σκοτεινής Περιόδου. Σε αυτή την εποχή του χρόνου, οι Πύλες του Κάτω Κόσμου άνοιγαν, επιτρέποντας στις ψυχές των νεκρών να επισκεφτούν τον κόσμο μας, και οι πρώτες καταιγίδες κτυπούσαν τις ακτές του Ατλαντικού στην πατρίδα μου, προμήνυμα του χειμώνα.

Ωστόσο εδώ, μέσα από τα ζεστά νερά τής Μεσογείου, ένα λαμπερό πρωινό γεννιέται, χρυσαφένιο σαν φρούτο μεστωμένο, ή σαν ώμος γυμνός. Στο ταξίδι μας για την Κύπρο, κάναμε σταθμό στις Βρυξέλλες. Η μέρα δεν ήταν βροχερή, αλλά η γκρίζα καταχνιά πήγε και κατακάθισε στις υπερφωτισμένες βιτρίνες, γεμισμένες με σοκολάτες και πολύγλωσσο κουβεντολόι. Και τότε θυμήθηκα το βιβλίο του Κόνραντ «Η Καρδιά του Σκότους», όπου οι Βρυξέλλες χαρακτηρίζονται ως Πένθιμη Πόλη, και χάρηκα πολύ συλλογιζόμενος το ταξίδι μου στο φωτεινό σας νησί.

Τι να γυρεύεις, οδοιπόρε, εδώ στην Κύπρο; Έχεις διαβεί τα πεδινά ταξιδεύοντας προς την οροσειρά του Τροόδους, έχεις διαβεί κοκκινοχώματα και κοιλάδες σκεπασμένες με κερασιές και πορτοκαλιές. Στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου (Κακοπετριά), οι υποβλητικές τοιχογραφίες σε προσκαλούσαν να μείνεις. Ωστόσο, το πιστό πορτρέτο του αρχιεπισκόπου Γερμανού σε ενθάρρυνε να συνεχίσεις το προσκύνημά σου. Στις Πλάτρες, οι καινούργιοι Κύπριοι φίλοι σου σε κερνάνε νόστιμα φαγητά και κρασί, ενώ σου μιλάνε για τ΄ αηδόνια που δεν άφηναν τον Σεφέρη να κοιμηθεί, όπως ακριβώς και οι τζίτζικες κρατούσαν τον Σωκράτη ξύπνιο.

Και συνεχίζεις την αναζήτησή σου στην Κύπρο. Στο Κούριο, οι χρυσές πέτρες του θεάτρου μετατρέπονται σε χωνευτήρι ελληνικών, κινεζικών, νορβηγικών, γερμανικών και ισπανικών λέξεων. Ένας πύργος της Βαβέλ χωρίς κανένα απολύτως μπέρδεμα, κάτω από το χάλκινο χρώμα του φθινοπωρινού σούρουπου, ενώ ευχάριστοι στίχοι αναγγέλλουν την επικείμενη γέννηση μίας θεάς.

Τι να έχεις ανακαλύψει στην Κύπρο, οδοιπόρε; Στην παραλία της Πέτρας του Ρωμιού βρήκες ένα χρώμα πολύτιμο, ένα χρώμα το οποίο θα παραμείνει για πάντα το «πράσινο της Κύπρου», ένα πράσινο πιο αστραφτερό, πιο ανοικτό και πιο έντονο από έλατο ή τριφύλλι. Το πράσινο των δασών της Μεσογείου αντικατοπτρίζεται στα νερά των θαλασσών της. Κολύμπησε τρεις φορές γύρω από την Πέτρα και αναδύθηκε από τη θάλασσα με τα μαλλιά να στάζουν άλμη, σίγουρη ότι θα ξανάρθουμε στο νησί.

Νεκρή Ζώνη

ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΩ είστε γάτοι, άσχετοι, πεινασμένοι και συφοριασμένοι, τι κάθομαι και σας ακούω; Αλλά με είχε πιάσει ένα είδος αδράνειας και δεν ήθελα να ξυπνήσω

Η ΕΡΣΗ Σωτηροπούλου από την Ελλάδα. Έχει γράψει ποιήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα. Εργάστηκε ως μορφωτική σύμβουλος στην ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη.

ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΩΡΑ πια δεν έρχεται κανείς στο ξενοδοχείο. Χόρτα έχουν φυτρώσει στη στέγη, τα τζάμια στα περισσότερα παράθυρα είναι σπασμένα κι από κάθε δωμάτιο ξεπετάγεται μια γάτα, τιγρέ ή μαύρη σαν την πίσσα ή κόκκινη με άσπρες πιτσιλιές ή πορτοκαλί και κίτρινη, ο πιο άσχετος συνδυασμός, αλλά πάντα με το ίδιο απαράλλαχτο βλέμμα, βλέμμα δολοφόνου. Παλιότερα τις μισούσα, αυτή η αιλουροειδής κίνηση με ανατριχιάζει ακόμα και τώρα, το τρίχωμα που ορθώνεται, η πλάτη που καμπυλώνει καθώς η ουρά γλιστράει επιφυλακτικά κάτω από τα σκέλια ή τινάζεται σαν σημαία, τινάζεται και μένει κοκαλωμένη για ένα, δύο, πέντε ατέλειωτα λεπτά κι αυτά τα γυάλινα μάτια σε καρφώνουν... τις ανεχόμουν εξαιτίας της μάνας μου. Τώρα τις έχω συνηθίσει. Το ξενοδοχείο είναι σε άθλια κατάσταση, απερίγραπτη βρόμα, ας μην μπω σε λεπτομέρειες. Κι αυτό το έχω συνηθίσει. Κλοτσάω τα σκουπίδια με τα πόδια μου για ν’ αδειάσει λίγος χώρος μπροστά στο κρεβάτι κι άμα βαριέμαι να κουνήσω τα πόδια μου, τα κλοτσάω με το μυαλό μου.

Ο τελευταίος πελάτης ήταν ένας γέρος, ανέβηκε τις σκάλες με δυσκολία. Πίσω του ερχόταν μια μικρή Κινέζα κουβαλώντας ένα πολύχρωμο κασελάκι με ξυπνητήρια και αναπτήρες. Ήταν χειμώνας και νύχτωνε νωρίς, έβλεπα τηλεόραση και στην αρχή δεν τους άκουσα. Βγήκα στο χολ κι είδα τον γέρο ν’ ανεβαίνει με το χέρι γραπωμένο στην κουπαστή της σκάλας. Τους έδωσα το πρώτο δωμάτιο μετά την κουζίνα, ρώτησα αν θέλουν μια θερμάστρα γιατί έκανε ψοφόκρυο, αλλά ο γέρος μού έκανε νόημα να φύγω. Η Κινέζα στεκόταν πίσω του με το κασελάκι φορτωμένο να κρέμεται με δυο ιμάντες από τον λαιμό της. Ήταν κοντή και γεροδεμένη κι είχε ένα πρόσωπο φαρδύ και γρέτζο σαν να είχε περάσει ακμή.

Όταν τελείωσαν, ο γέρος ήρθε να με πληρώσει, την Κινέζα δεν την είδα ξανά. Με ρώτησε για τη μάνα μου. Την ήξερε από την Κερύνεια, έτσι είπε. Κάποτε ερχόμουν εδώ μια φορά τη βδομάδα, είπε ο γέρος και δάγκωσε τις μασέλες του, δεν είχε δόντια. Δεν τον θυμόμουν, αν κι εκείνα τα χρόνια η μάνα μου ασχολιόταν κυρίως με την επιχείρηση. Ο γέρος μού είπε ότι τη γνώριζε από κοριτσάκι, ότι έπαιζαν μαζί στην ίδια γειτονιά στις παρυφές της Κερύνειας, κι εκεί υπήρχε ένας κήπος με περγαμόντα και σταφύλια σαν τον κρεμαστό κήπο της Βαβυλώνας κι ότι το απόγευμα ένας θείος του που ήταν φούρναρης τούς έδινε μια φέτα ψωμί πασπαλισμένο με ζάχαρη, κι ενώ μου μιλούσε περίμενα να ακούσω την Κινέζα να βγαίνει από το δωμάτιο και να κατεβαίνει τις σκάλες, αλλά τίποτα.

«Ακόμα θυμάμαι αυτό το ψωμί, έλιωνε στο στόμα σαν βούτυρο», συνέχισε ο γέρος μασώντας τα ούλα του κι εγώ, χωρίς να χάσω χρόνο, τον ρώτησα πού ήταν η Κινέζα. Έφυγε, είπε. Πότε; Δεν την άκουσα. Έφυγε, ξαναείπε. Σίγουρα έφυγε; επέμεινα. Σίγουρα και συνέχισε τις ιστορίες του με τους κρεμαστούς κήπους της Κερύνειας που δεν είχα όρεξη ν’ ακούσω. Αν νομίζει ότι έτσι θα μου τη φέρει, είναι γελασμένος, είπα μέσα μου.

Μόλις ο γέρος έφυγε, έψαξα όλα τα δωμάτια του ξενοδοχείου. Μπήκα και στο τελευταίο, εκεί που ήταν το φυλάκιο το καλοκαίρι της εισβολής. Ο τοίχος είναι γκρεμισμένος και στο άνοιγμα είναι στοιβαγμένα σακιά με άμμο και πάνω τους δυο μεγάλα βαρέλια ντενεκεδένια, κι αυτά γεμάτα άμμο ή χαλίκι ή αμμοχάλικο, κι άλλα σακιά κι ύστερα κάτι σανίδες χιαστί που ακουμπούσαν τα πολυβόλα. Εκεί στεκόταν η μάνα μου με τη ρόμπα της και παρακολουθούσε τη γειτονιά. Ήταν στα τελευταία της αλλά τίποτα δεν της ξέφευγε. Υπάρχουν ακόμα γόπες από τα τσιγάρα που κάπνιζε, άφιλτρα Παπαστράτος. Τώρα το χοντρό κλαδί μιας συκιάς από τον δρόμο γλιστράει μέσα στο δωμάτιο, άλλα κλαδιά μικρότερα φυτρώνουν πάνω στις σανίδες κι ενώ ήμουν έτοιμη να κάνω στροφή επιτόπου και να γυρίσω στο δωμάτιό μου γιατί το φυλάκιο μού φέρνει ψυχοπλάκωμα και κάθε φορά που μπαίνω εδώ αρχίζει κι ο ιμάμης από απέναντι να τσιρίζει, αυτή η καμπανιστή φωνή που λες κι έχει πόδια και χέρια για να σε αρπάξει όπου κι αν βρίσκεσαι, ενώ λοιπόν ήμουν έτοιμος να φύγω για να γλιτώσω τον ιμάμη, πρόσεξα κάτι να γυαλίζει, μια λάμψη μουντή και απόκοσμη κι ανάμεσα στα σκοτεινά φύλλα και τα χαλάσματα είδα που πρόβαλε ένα φεγγάρι φαρδύ και γρέτζο σαν το πρόσωπο της Κινέζας.

Στον ύπνο μου εκείνο το βράδυ με επισκέφτηκε ο γάτος Λεύκιος Λευκίου. Είπε ότι η Κινέζα ήταν ο αδύναμος κρίκος μιας μεγάλης οργάνωσης πολιτικής διαφθοράς με έδρα κάπου στα κατεχόμενα, ο πιο αδύναμος αλλά καθόλου ασήμαντος κρίκος, τόνισε. Ύστερα μπήκε στο δωμάτιο ο γάτος Δίκαιος Δικαίου και η γυναίκα του Επιστήμη. Σύμφωνα με αυτούς επρόκειτο για διεθνή πλεκτάνη, τα πλοκάμια της οργάνωσης ξαπλώνονταν από τη Σαγκάη ώς την Αμμόχωστο, την πόλη φάντασμα. Που δεν είναι πόλη φάντασμα, είπε η Επιστήμη. Γίνονται πάρτι, δεξιώσεις, τα κτίρια είναι καλυμμένα με μαύρες λινάτσες για να μην περνάει το φως.

Ήθελα να τους πω είστε γάτοι, άσχετοι, πεινασμένοι και συφοριασμένοι, τι κάθομαι και σας ακούω; Αλλά με είχε πιάσει ένα είδος αδράνειας και δεν ήθελα να ξυπνήσω.