Οι… άρχοντες στην Κύπρο καλούνται ουσιαστικά να φέρουν σε πέρας το έργο τους χωρίς την κατανόηση, συνεργασία και ηθική στήριξη της πλειοψηφίας των πολιτών

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της τριακοντάμηνης παγκύπριας εμπειρικής έρευνας, που έγινε από το 2006 ώς το 2009 με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας (ΙΠΕ) και με θέμα «Πολιτότητα και Νεανική Παραβατικότητα», είναι η διαπίστωση για την πολύ άσχημη εικόνα που έχουν οι νέοι της Κύπρου για τους πολιτικούς άρχοντες του νησιού.

Συγκεκριμένα, 79,1% συμφωνούν (46,4% απόλυτα) πως οι πολιτικοί αξιωματούχοι (υπουργοί, βουλευτές, κομματικά στελέχη) θέτουν το ατομικό ή το κομματικό τους συμφέρον πάνω από το καλό της κοινωνίας. Αυτό το εύρημα εξηγεί, πιστεύω, σε μεγάλο βαθμό το αντιεξουσιαστικό πνεύμα που κυριαρχεί σήμερα στην Κύπρο και, πιθανότατα, και ένα μεγάλο ποσοστό των περιπτώσεων ανομίας των νέων για λόγους αντίδρασης. Αν, δε, λάβουμε υπόψη ότι στις απόψεις τους αυτές οι νέοι επηρεάζονται από τους γονείς τους, τότε μπορούμε να κάνουμε την εικασία ότι ανάλογες απόψεις και αισθήματα έχουν και οι ενήλικες.

Οι λόγοι γι’ αυτήν την εκτεταμένη αντιπάθεια και έχθρα προς την εξουσία είναι πιθανότατα δυο: α) ιστορικοί λόγοι, δηλαδή η ασυναίσθητη συνέχιση από γενιά σε γενιά της παλιάς αντίθεσης προς την εξουσία από την εποχή της αγγλικής διοίκησης και, δεύτερο, δυσάρεστες εμπειρίες από τη συμπεριφορά μερικών πολιτικών αρχόντων της Κύπρου κατά την εποχή της ανεξαρτησίας. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι εμπειρίες αυτές να συνέβαλαν στη γενίκευση της γνώμης τους για τους πολιτικούς και να προέκυψε έτσι αδυναμία τόσο των νέων όσο και των ενηλίκων να κάνουν διάκριση μεταξύ εξουσίας και Αρχής.

Η Πολιτική Επιστήμη διακρίνει την εξουσία από την Αρχή. Εξουσία ονομάζει, πρώτο, την περίπτωση που ο άρχων ασκεί τα καθήκοντά του με αυθαιρεσία, δηλαδή υπερβαίνει ή καταχράται τις εξουσίες και τα δικαιώματα που του παρέχει το αξίωμά του και, δεύτερο, την περίπτωση που επιδεικνύει περιφρόνηση προς τους πολίτες, αρνούμενος να τους εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ενήργησε όπως ενήργησε και περιοριζόμενος να απαντήσει αλαζονικά σ’ όσους διαμαρτύρονται ότι αυτό είναι «νόμιμο συνταγματικό δικαίωμά μου». Αρχή, αντίθετα, ονομάζει την περίπτωση που ο άρχων είναι σεμνός, περιορίζεται αυστηρά στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, και θεωρεί υποχρέωσή του να εξηγήσει κάθε φορά με λεπτομέρεια και σεβασμό προς τη νοημοσύνη των πολιτών το σκεπτικό της απόφασής του.

Τα μεγάλα ποσοστά αποστροφής και εχθρότητας των νέων προς τους Ελληνοκύπριους άρχοντες, όπως φάνηκαν στην έρευνα, δείχνoυν πως ο τρόπος άσκησης της εξουσίας από μερικούς απ’ αυτούς όλα αυτά τα χρόνια δεν βοήθησε τους νέους να κάνουν αυτήν τη διάκριση εξουσίας και Αρχής, και να διαμορφώσουν καλή γνώμη για τους άρχοντες. Περισσότερο από τρία τέταρτα των νέων βλέπουν τους άρχοντες ως ασκούντας εξουσία μάλλον παρά Αρχή, ότι ενεργούσαν δηλαδή για το ατομικό ή το κομματικό τους καλό, με υπέρβαση των εξουσιών τους.

Ασφαλώς είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διαπιστώσει κανείς αν η γνώμη αυτή δικαιολογείται εκ των πραγμάτων ή όχι. Σημασία, ωστόσο, έχει το ότι η πλειοψηφία των νέων αυτό νομίζει. Όπως και σε πολλά άλλα θέματα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά, η αντίληψη που έχει η πλειοψηφία για την πραγματικότητα έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την πραγματικότητα.

Οι συνέπειες απ’ αυτήν την κατάσταση πραγμάτων είναι δυο. Η πρώτη είναι ότι, όπως είναι σήμερα τα πράγματα, οι άρχοντες στην Κύπρο καλούνται ουσιαστικά να φέρουν σε πέρας το έργο τους χωρίς την κατανόηση, συνεργασία και ηθική στήριξη της πλειοψηφίας των πολιτών. Αυτό τους δυσκολεύει και τους στενοχωρεί αφάνταστα, και τους κάνει να σκέφτονται ότι ο μόνος τρόπος που τους απομένει για να νομιμοποιήσουν την Αρχή τους και να εξασφαλίσουν κάποια προσωρινή έστω συνεργασία των πολιτών είναι η «εξαγορά» τους μέσω αύξησης μισθών, ειδικών χορηγιών, παροχών και χαριστικών ενεργειών, όπως ελαφρύνσεων στη φορολογία, χαλαρώσεων στις πολεοδομικές ζώνες, κ.ά. Αυτό καλλιεργεί τελικά στους πολίτες την εικόνα ενός κράτους γαλακτοφόρας αγελάδας.

Η δεύτερη συνέπεια είναι η συνεχής αθροιστική αύξηση του αντιεξουσιαστικού πνεύματος των νέων, κάτι που ενδέχεται να έχει απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για την κοινωνία όσο και για την ίδια την πολιτεία. Ασφαλώς δεν μπορεί η πολιτεία να περιμένει ότι οι νέοι που βλέπουν τους πολιτικούς ως εξουσιαστές και όχι ως νόμιμους άρχοντες θα είναι πρόθυμοι να συνεργάζονται με τις Αρχές και να ενεργούν ως νομιμόφρονες και δημοκρατικοί πολίτες. Αυτό όμως, πέραν του ότι είναι επικίνδυνο για την πολιτεία, είναι και άδικο για τους ίδιους τους νέους, γιατί δεν τους επιτρέπει να συμφιλιωθούν με την πολιτεία και να ζήσουν σε αρμονία και συνεργασία μ’ αυτή.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗΣ
Πρώην Αναπληρωτής Καθηγητής
του Πανεπιστημίου Κύπρου