Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, το μεγαλύτερο κυνήγι θησαυρού της καταγεγραμμένης ιστορίας, εξετάζει τη δράση μιας επίλεκτης “διμοιρίας” ανθρώπων.

Οι αφανείς αυτοί ήρωες, με την επωνυμία «Μνημείων Άνδρες», είχαν επιφορτιστεί, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με μια πολύ σημαντική υποχρέωση: Να διασώσουν κλεμμένα καλλιτεχνικά αριστουργήματα από τα χέρια των Ναζί και να τα επιστρέψουν στους νόμιμους κατόχους τους! Κι αν αυτή η αποστολή φαντάζει, σε πρώτη ανάγνωση, εντελώς αδύνατη, σκεφτείτε πως η συγκεκριμένη διμοιρία που ανέλαβε το βαρυσήμαντο αυτό έργο, αποτελείται από διευθυντές μουσείων, επιμελητές εκθέσεων και ιστορικούς τέχνης.

Οι σπουδαίοι αυτοί άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων μπορεί να γνωρίζουν τα πάντα για τον Μικελάντζελο, ωστόσο δείχνουν να μην έχουν την παραμικρή ιδέα για το πώς λειτουργεί ένα όπλο. Παρόλα αυτά θα πρέπει να τα βάλουν με έναν πανίσχυρο στρατό προκειμένου να πετύχουν το δύσκολο στόχο τους. Τι ποσοστό επιτυχίας θα μπορούσε λοιπόν να έχει μια επιχείρηση σαν αυτή, αν αναλογιστεί κανείς πως η μοίρα των έργων τέχνης αγνοείται πλήρως μετά τις εντολές της καθολικής καταστροφής τους, με την πτώση του Ράιχ;

Καθώς οι υπέροχοι «Μνημείων Άνδρες», όπως αποκαλούνται, αποφασίζουν να σταθούν αντιμέτωποι με το χρόνο, προκειμένου να αποτρέψουν την καταστροφή μιας πολιτιστικής κληρονομιάς 1.000 χρόνων, δεν διστάζουν τελικά να ρισκάρουν ακόμη και τη ίδια τους τη ζωή. Τζόρτζ Κλούνι, Ματ Ντέιμον, Μπιλ Μάρει, Τζον Γκούντμαν, Μπομπ Μπάλαμπαν, Ζαν Ντιζαρντέν και Κέιτ Μπλάνσετ είναι αποφασισμένοι για τα καλύτερα και τα χειρότερα, με μοναδικό τους στόχο τη διάσωση των μεγαλύτερων πολιτιστικών μνημείων της ανθρωπότητας.
Λίγα λόγια για την παραγωγή

«Πολύ λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν την αληθινή ιστορία των “Ανδρών των Μνημείων”», αναφέρει ο Τζορτζ Κλούνι, ο οποίος επιστρέφει στην καρέκλα του σκηνοθέτη για να διηγηθεί μια ιστορία διαφορετική από τις άλλες. Στο κέντρο της ιστορίας αυτής τοποθετείται μια μικρή αλλά ιστορικής σημασίας ομάδα, η οποία αποτελείται από ανθρώπους (καλλιτέχνες, ιστορικοί των τεχνών, αρχιτέκτονες και επιμελητές μουσείων) που σε περίπτωση πολέμου θα ήταν οι τελευταίοι επιλαχόντες της επιστράτευσης!
Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, παρόλο που δεν υποχρεούνται να δώσουν τη μάχη τους στην πρώτη γραμμή του μετώπου, αποφασίζουν εθελοντικά να λάβουν μέρος σ’ αυτή την περιπέτεια, για το κίνητρο και μόνο της διάσωσης της τέχνης και του πολιτισμού από την ολική καταστροφή. Μια πιθανή αποτυχία του σχεδίου τους θα σήμαινε την απώλεια έξι εκατομμυρίων έργων τέχνης, όμως ήταν τόσο αποφασισμένοι να τα καταφέρουν, που δεν άφησαν και πολλά περιθώρια αποτυχίας στην ασυνήθιστη αυτή περιπέτεια.

Η ευκαιρία της δημιουργίας μιας ταινίας για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ανέκαθεν ένα από τα πιο ελκυστικά σχέδια στο μυαλό του Τζορτζ Κλούνι αλλά και του συνσεναριογράφου και συμπαραγωγού του, Γκράντ Χέσλοβ. «Υπάρχει ένας περίεργος ρομαντισμός γύρω από τις ταινίες του είδους, δες για παράδειγμα τη “Μεγάλη Απόδραση”, ή το “Και οι 12 Ήταν Καθάρματα”, “Τα Κανόνια Του Ναβαρόνε”, αλλά και το “Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι”», αναφέρει ο Κλούνι. «Σ’ αυτές τις ταινίες ερωτεύεσαι τους χαρακτήρες και τους ηθοποιούς, τόσο, όσο και την ίδια την ιστορία. Έτσι λοιπόν, προκειμένου να καταφέρουμε να γυρίσουμε μια ταινία σαν κι αυτές θεωρήσαμε, από την αρχή, ότι θα πρέπει να βασιστούμε πάνω σε κάποιους πολύ σημαντικούς, σύγχρονους ηθοποιούς – και η διαδικασία ήταν, πραγματικά, φοβερά ευχάριστη και διασκεδαστική…».

Η μισή ιστορία της ταινίας συνοψίζεται στο γεγονός ότι οι “Άνδρες Μνημείων” είναι τόσο ακατάλληλοι να υπηρετήσουν ως στρατιώτες σε πραγματικές συνθήκες πολέμου! «Οι πόλεμοι απαιτούν 18άχρονους μαχητές», αναφέρει ο Τζόρτζ Κλούνι, «… Άμα δεις τον Τζόν Γκούντμαν, τον Μπόμπ Μπάλαμπαν και τον Τζόρτζ Κλούνι, καταλαβαίνεις πως δεν έχουν καμία ελπίδα να επιλεγούν». Και ο Χέσλοβ προσθέτει: «Το έκαναν, ξεκάθαρα, γιατί ήταν οι μοναδικοί που θα μπορούσαν να το κάνουν, για τον πολιτισμό»!

«Στην πραγματικότητα δεν σκεφτήκαμε ποτέ ότι η ταινία μας είναι πολεμική. Το βλέπαμε πάντα σαν μια ιστορία επικής ληστείας!», τονίζει ο Κλούνι και συνεχίζει περιγράφοντας, «Μέχρι που ήρθε η πρώτη μέρα γυρισμάτων, όπου επισκεφτήκαμε το σετ και όλοι μας φορέσαμε τα καπέλα και τις στρατιωτικές στολές».
Ο διακεκριμένος ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός, εμπνεύστηκε τη δημιουργία της ταινίας, όχι μόνο από τη συναρπαστική του δραματουργική προοπτική, αλλά και επειδή σηματοδοτεί μια απότομη και αποφασιστική ρήξη ως προς την προηγούμενη ταινία του, το «Αι Ειδοί του Μαρτίου». Ο Χέσλοβ αναφέρει συγκεκριμένα: «Ήμασταν πολύ υπερήφανοι γι αυτή την ταινία, όμως ήταν μοντέρνα, μικρή και κυνική.» και ο Κλούνι συμπληρώνει: «Έχουμε κάνει κάποιες κυνικές ταινίες, αλλά στην πραγματικότητα δεν είμαστε κυνικοί άνθρωποι. Θέλαμε, εν προκειμένω να κάνουμε μια ταινία που να μην είναι κυνική. Θέλαμε να είναι ξεκάθαρη, παλιομοδίτικη και εμψυχωτική».   

Οι Χαρακτήρες
    Οι Κλούνι και Χέσλοβ αναφέρουν ότι, παρόλο που η ταινία είναι βασισμένη σε αληθινή ιστορία, οι ίδιοι αποφάσισαν να προσεγγίσουν κάπως πιο ελεύθερα τον τρόπο αποτύπωσης των χαρακτήρων, χάριν δημιουργικής δραματοποίησης. Αν και οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από τους αληθινούς «Άνδρες Μνημείων», οι δυο σεναριογράφοι έχουν δημιουργήσει τους χαρακτήρες, σχεδόν από το μηδέν, για τις ανάγκες της ταινίας.
Ο Τζόρτζ Κλούνι, επικεφαλής του λαμπερού καστ, υποδύεται τον Φράνκ Στόουκς, έναν γενημένο ηγέτη και πανάξιο ιστορικό τέχνης, ο οποίος έχει μια σχετική εμπειρία στον πόλεμο, από τον Πρώτο Παγκόσμιο. Εργάζεται στο παλαιότερο μουσείο τέχνης της Οξφόρδης και ο ρόλος είναι εμπνευσμένος από τον Τζόρτζ Στάουτ, έναν πολυμήχανο άνδρα, ικανό για τα πάντα.
Ο Ματ Ντέιμον, ο οποίος συνεργάζεται για έκτη φορά με τον Κλούνι, αλλά πρώτη φορά σε βασικό ρόλο με τον Τζορτζ πίσω από την κάμερα, υποδύεται τον Τζέιμς Γκρέινγκερ, χαρακτήρα εμπνευσμένο από τον Τζέιμς Ρόριμερ, ο οποίος έχει διατελέσει και διευθυντής του περίφημου Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης.    
Ο Μπιλ Μάρει ο οποίος χτίζει ένα απολαυστικό δίπολο στην ταινία, δίπλα στον Μπομπ Μπάλαμπαν, έχει το ρόλο του αρχιτέκτονα Ρίτσαρντ Κάμπελ, ο οποίος λειτουργεί βοηθητικά ως προς τον σκοπό της διατήρησης των μνημείων και των έργων τέχνης, από τους «Άνδρες». Η κατασκευή του συγκεκριμένου χαρακτήρα ακολουθεί τα στοιχεία του αρχιτέκτονα Ρόμπερτ Πόουσι αλλά δανείζεται χαρακτηριστικά και από άλλες προσωπικότητες του σιναφιού. Ενώ ο Μπάλαμπαν, ως Πρέστον Σάβιτζ, δανείζεται τον ρόλο του Λίνκολν Κέρνστιν, ενός διανοούμενου, ιστορικού τέχνης και θεατρικού θιασάρχη, συνιδρυτή του New York City Ballet.
Ο Τζον Γκούντμαν αναφέρει ότι ο ρόλος του, ως Ρότζερ Γκάρφιλντ, αντανακλά όλους εκείνους τους ανθρώπους που ήταν κολλημένοι στο μέτωπο και έψαχναν τρόπο να συνεισφέρουν στον αγώνα των «Ανδρών των Μνημείων».
Ο Ζαν Ντιζαρντέν που έχει και τις πιο αστείες σκηνές δίπλα στον Τζον Γκούντμαν, υποδύεται τον Ζαν Κλοντ Κλερμόν, έναν Γάλλο-Εβραίο έμπορο τέχνης από τη Μασσαλία. Δεν είναι στρατιώτης αλλά ψοφάει να συμμετάσχει στη δράση των «Ανδρών». «Είναι ο Γάλλος Τζορτζ Κλούνι», όπως αναφέρει και ο Γκραντ Χέσλοβ.
Ο Χιου Μπονβίλ, του Ντάουντον Άμπει, υποδύεται τον Ντόναλντ Τζέφρι, έναν αμαρτωλό που αναζητά μια δεύτερη ευκαιρία και ο ελληνικής καταγωγής Ντιμίτρι Λιονάιντας είναι ο μοναδικός στρατιώτης της υπόθεσης. Ο χαρακτήρας του λέγεται Σαμ Έπστιν και βρίσκεται ανάμεσά τους λόγω της ικανότητάς του να οδηγεί και να μιλά καλά Γερμανικά. Η γυναίκα της παρέας, Κέιτ Μπλάνσετ, συμπληρώνει το ολ σταρ καστ ως Γαλλίδα, Κλερ Σιμόν: Μια επιμελήτρια τέχνης με σημαντική θέση στην κατειλημμένη Γαλλία.