Το πιο κάτω μπορεί και να μην σε αφορά γιατί, ξερωγώ, εσύ πέρασες την τελευταία δεκαπενταετία ναυαγός σ’ ερημικό νησί ή έκανες διατριβή πάνω στον Κώστα Ζουράρι ή σνόμπαρες τους σνόμπ κι ήσουν hipster πριν τους hipster κι όλα αυτά.
Δεν μπορείς όμως με τίποτα να τ’ αρνηθείς πως μια μεγάλη μερίδα συμπατριωτών σου φάγανε το lifestyle σαν αυγό μες στην μούρη. Κάποιοι βιώνοντάς το στην χλιδέ εκδοχή του, κάποιοι γυρίζοντάς του την πλάτη και κάποιοι άλλοι -καλή ώρα- καταγράφοντας όλο αυτό που συνέβαινε.
Ανήκω στην τελευταία κατηγορία, κι έχω σπαταλήσει πολλές κυπριακές λίρες μες στα περίπτερα και πολλές ώρες μες στα press rooms των ντόπιων περιοδικών, τον καιρό που ήτανε μπόλικα στην χάρτινη βερσιόν τους.
Περί τα τέλη των 90s, όταν είχε κάνει εμφάνιση το ίντερνετ στην ζωή μας, το ρούτερ στα γραφεία έπεφτε κάθε μισάωρο και το κοπίδι -cutter στα κυπριακά- ήταν ο καλύτερος μας φίλος, αφού ξεπατικώναμε τα ξένα περιοδικά γιατί τα image banks ήταν τότε μετρημένα και πανάκριβα. Επίσης, για να γεμίσουν οι σελίδες -συμπεριλαμβανομένων των περίφημων κοσμικών- έπρεπε πρώτα να πάνε τα αρνητικά για εμφάνιση, να σκαναριστούν και μετά να σελιδωθούν. [Και κάπου εδώ μπορεί να παρέμβει ένας παλαιότερος να πει τα δικά του για την λινοτυπική μηχανή και τα λοιπά και τα λοιπα].
Πίσω στα late ‘90s και τα ‘00s, όταν κάναμε εμείς την πλάκα μας στο χωριό μας, ο ελληνικός Τύπος -αυτός που θα μας απασχολήσει σε ετούτο εδώ που διαβάζεις- μεσουρανούσε στα περίπτερα.
Και στην ερώτηση «Καθόσουνα, ξυνόσουνα, δεν είχες τι να κάνεις;», θα απαντήσω όχι. Αντιθέτως. Κάνω εκκαθάριση στο σπίτι. Στις πέντε μετακομίσεις που έχω κάνει μέχρι σήμερα, κουβαλούσα ένα επιπλέον αμάξι περιοδικά μαζί μου. Τώρα ήρθε η ώρα να φάνε σουτ, λόγω έλλειψης χώρου, κι είπα να τα ξεσκονίσω, να πάνε στο καλό καθαρά και μαζί να τους αφιερώσω ένα τελευταίο retrospective πριν τα αποχαιρετίσω.
Ιδού λοιπόν ένα μικρό, πολύ μικρό, μικρούλι λέμε, δείγμα του τι συνέβαινε στα περίπτερα τότε και πως είχε επηρεάσει την καθημερινή μας ζωή και ίσως, τον τρόπο που σκεφτόμαστε σήμερα.
Για να τοποθετηθούμε, πρέπει να διευκρινίσουμε πως μιλάμε για την εποχή της lounge μουσικής, των lounge bars και του lounging γενικότερα. Η χαλαρουά κατάσταση ήταν στα φόρτε της στα ‘00s γιατί, πολύ απλά, δεν μας βασάνιζε και κάτι ιδιαίτερο. Στην Ελλάδα «λεφτά υπήρχαν» και δεν χρειαζόταν να βγει να το επιβεβαιώσει κανένας Ανδρέας Παπανδρέου. Στην Κύπρο οι κερδισμένοι του Χρηματιστηρίου και οι φθηνές κόπιες τους, μεσουρανούσαν στις κοσμικές στήλες και ξεσήκωναν κάθε που ανέβαιναν Αθήνα -για μπουζουκλερί καταστάσεις και εξεζητημένο shopping- ό,τι τους γυάλιζε το μάτι απ’ τους αντίστοιχους κερδισμένους και μας το κουβαλούσαν έπειτα πίσω στην Κύπρο.
Τα «ναρκωτικά του σαββατοκύριακου» ήταν αυτά που έκανες χωρίς να ‘χεις άγχος αν θα ξυπνήσεις την επομένη. Ιδανικό drug για όλους τους καριερίστες που δούλευαν σαν τρελοί για να βγάλουν ακόμα περισσότερα χρήματα και να απολαμβάνουν όλα τα… μινιμάλ.
Ήταν η περίοδος που φύτρωναν διάσπαρτα [όχι όπως στην Ληδρονασαγόρου σήμερα] μπαράκια με χαμηλό φωτισμό, μπαρόκ wallpapers, πανάκριβα έπιπλα και τεράστια ντιζαινάτα πιάτα, σ’ αυτά που θες χάρτη να βρεις την γκουρμέ μικροσκοπική μερίδα φαγητού μέσα. Όλα έγιναν ξάφνου μινιμάλ. Η δεκαετία των ‘90s που προηγήθηκε -κι έστησε με Armani σκηνικά το τοπίο στη Δύση- βρήκε δέκα χρόνια μετά άξιους ακόλουθους και στην Μεσόγειο. Οι «βαστούμενοι» και μη, βρίσκονταν σε μια κατάσταση trance, με τους δεύτερους να παίρνουν νορμάλ μισθούς για την εποχή αλλά να λυσσάνε να ζήσουν -ή να προσποιούνται πως ζουν- όπως τους πρώτους. Εισήχθηκαν και τα «ναρκωτικά του σαββατοκύριακου», έτσι ήταν η ορολογία τότε, τα οποία απολάμβαναν άτομα και απ’ τις δύο κατηγορίες. Τα ναρκωτικά του Σαββατοκύριακου ήταν αυτά που έκανες χωρίς να ‘χεις το άγχος αν θα ξυπνήσεις την επομένη να πας δουλειά. Ήταν η νέα μόδα παγκοσμίως, για όλους τους καριερίστες που δούλευαν σαν τρελοί για να βγάλουν ακόμα περισσότερα χρήματα και να απολαμβάνουν όλα τα… μινιμάλ που αναφέραμε πιο πάνω.
Διαβάστε τη συνέχεια εδώ.




