Η Νικολέττα Δημητρίου, εθνομουσικολόγος στο επάγγελμα, τα τελευταία μερικά χρόνια και στο πλαίσιο μιας έρευνας για λογαριασμό του Oxford University, προσπαθεί να καταγράψει -φτιάχνοντας μάλιστα και ένα ντοκιμαντέρ- τις ιστορίες της ζωής των φκιολάρηδων της Κύπρου.
 
 
«Και γιατί είναι σημαντικό να ξέρουμε για τη ζωή αυτών των ανθρώπων, πέραν από την τέχνη, τη μουσική τους;» θα ρωτούσε ο καθένας. «Γιατί οι ιστορίες της ζωής τους μας δίνουν την εικόνα μιας Κύπρου που δεν υπάρχει πλέον» απαντά σχεδόν αμέσως η Νικολέττα. Πρόκειται, όπως μαθαίνουμε, για «μια ξεχωριστή επαγγελματική τάξη, η οποία ακολουθούσε τους δικούς της κανόνες μαθητείας, πληρωμής κλπ» και η οποία άρχισε να φθίνει περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60.
 
Πέραν από την (απλή) καταγραφή των ιστοριών, όμως, τόσο ως γραπτό ιστορικό ντοκουμέντο όσο και ως βίντεο και δη ως ντοκιμαντέρ, ένας από τους κύριους σκοπούς της Νικολέττας είναι να δώσει τη δυνατότητα στους ίδιους τους φκιολάρηδες να δουν το ντοκιμαντέρ όσο είναι ακόμα εν ζωή, αφού οι ηλικίες τους κυμαίνονται μεταξύ 75 και 95…
 
Προσωπικά, θεωρώ πως εκεί ακριβώς εντοπίζεται και μια από τις σημαντικότερες πτυχές της πολύ ωραίας δουλειάς που κάνει. Αναφέρομαι φυσικά στην ηθική ικανοποίηση που προσφέρει ένας άνθρωπος που έχει τη δυνατότητα να το κάνει (ένας επιστήμονας στην προκειμένη) σε έναν άλλο άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων, κι αυτό είναι αναμφισβήτητα κάτι που μας βοηθά να πάμε μπροστά ως κοινωνία. Η Νικολέττα ως επιστήμονας και ο κάθε επιστήμονας δεν προσφέρει μόνο στον ίδιο τον δέκτη της εκάστοτε προσπάθειας, της εκάστοτε έρευνας, αλλά ταυτόχρονα γίνεται υπόδειγμα για πολύ κόσμο. Και πόσω μάλλον σε περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη όπου τίποτα δεν είναι επιτηδευμένο, όπου υπάρχει αλήθεια, σεβασμός, ανιδιοτέλεια και καθόλου προσδοκία για προσωπικό όφελος.
 
 
Εξήγησε μου καταρχάς, ποια είναι η ιδιότητα ενός εθνομουσικολόγου.
Είμαι εθνομουσικολόγος και αυτή τη στιγμή δουλεύω ως ερευνητική εταίρος στους τομείς της Εθνομουσικολογίας και των Βιογραφικών Σπουδών στο Wolfson College στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Σπούδασα εθνομουσικολογία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, στο SOAS, μια σπουδή που μπορεί να οριστεί με διάφορους τρόπους. Κάποιοι την ονομάζουν «μελέτη της μουσικής από ανθρωπολογική πλευρά» ή «μελέτη των ανθρώπων που παίζουν μουσική» ή που, όπως το λέμε στα αγγλικά, «who make music», οπότε μπορεί να είναι που παίζουν ή που συνθέτουν ή που ερμηνεύουν με διάφορους τρόπους. Τώρα, πρακτικά τι σημαίνει; Συνήθως, χωρίς τούτο να είναι απόλυτο, οι εθνομουσικολόγοι μελετούν διάφορες μουσικές παραδόσεις, ή μουσικές παραδόσεις από διάφορα μέρη του κόσμου. Μπορεί επίσης να μελετούν κλασσική μουσική αλλά με εθνομουσικολογικές μεθόδους. Στη δική μου περίπτωση, η έρευνά μου εστιάζεται στην κυπριακή παραδοσιακή μουσική. Και ακριβώς στην κυπριακή παραδοσιακή μουσική ήταν και το διδακτορικό μου αλλά και η μεταδιδακτορική μου έρευνα που κάνω τώρα.