Ποιο είναι άραγε το μεγάλο μυστικό του Καβάφη στις ημέρες μας; Τι μας κάνει, κι εμάς κι αμέτρητους θαυμαστές του σε ολόκληρο τον κόσμο, να τον διαβάζουμε ξανά και ξανά, και να τον συζητάμε όλο και πιο συχνά, με όλο πιο έντονη προσοχή και θέρμη; Πώς κατόρθωσε ο Αλεξανδρινός να κερδίσει μια τόσο πλατιά φήμη, χωρίς να συγκεντρώσει ούτε μία φορά τα ποιήματά του σε βιβλίο (τα φυλλάδια που μοίραζε σε γνωστούς και φίλους είναι πλέον ένα από τα θρυλικά στοιχεία της καλλιτεχνικής του φυσιογνωμίας), χωρίς να δημιουργήσει ούτε έναν δεσμό με το λογοτεχνικό σινάφι της Αθήνας, χωρίς να μείνει ούτε μία στιγμή μακριά από απίστευτα παθιασμένες και σαρωτικές επικρίσεις; Πώς όχι μόνο στάθηκε στα πόδια του, αλλά και προχώρησε αλώβητος ως την κορυφή, απ’ όπου τώρα κοιτάζει την υφήλιο, ένας ποιητής τον οποίο τόσοι πολλοί (αρμόδιοι και αναρμόδιοι) έσπευσαν στα χρόνια του, αλλά και αργότερα, να στείλουν στο πυρ το εξώτερον, προδιαγράφοντας με αμέριστη βεβαιότητα τη συντριβή του στο μέλλον;
Νομίζω πως ό,τι πρωτίστως μεταφέρει ακέραιο τον Καβάφη στην εποχή μας, σβήνοντας από τις λέξεις του κάθε σημάδι φθοράς, είναι ο αντιρητορικός του τρόπος. Όχι η χαμηλή του φωνή, που δεν είναι ποτέ ακριβώς χαμηλή, ούτε το κρυμμένο ή το ελεγχόμενο αίσθημα, που μπορεί να αποδεικνύεται ελεγχόμενο, δεν στέκει, όμως, σε καμια περίπτωση κρυμμένο. Η έλλειψη της μεγαλοστομίας - η σταθερή άρνηση να πιστέψει σε μιαν ορατή θετική αξία ή, το ακριβώς αντίθετο, να γίνει δέσμιος και υποχείριο ενός τυφλού και διαλυτικού μηδενισμού: να, τα κρυφά χαρτιά τα οποία ανοίγει αίφνης ο Καβάφης στην ποίησή του, για να συγκλονίσει υπόγεια τον αναγνώστη του και να εξασφαλίσει τη συγκινησιακή αποδοχή του. Το νόημα της ρήσης «τούτο δεν αποκλείει το άλλο» (η αίσθηση, με άλλα λόγια, της διπλής όψης των πραγμάτων), σε συνδυασμό με ένα είδος πικρής επίγνωσης του μέχρι πού φτάνουν τα όρια (στον έρωτα, στην ελευθερία του εγώ, στην ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών ή στους σκοπούς της τέχνης), ακολουθεί το καβαφικό βλέμμα παντού, και αποτυπώνεται και στην παραμικρή ή την τελευταία λεπτομέρεια της ποιητικής του.
Χρόνια με διπλές σημασίες, καθώς και χωρίς πίστη ή ενθουσιασμό και τα δικά μας, που ζητούν ένα ζωτικό αποκούμπι προκειμένου να μην κυριαρχήσει η ευθεία γραμμή στα αιτήματά τους, και χωνευτούν τα πάντα (μείζονα και ελάσσονα) στον ίδιο αδιευκρίνιστο πολτό, ανακαλύπτουν στον Καβάφη έναν ιδανικό σύντροφο και, κυρίως, έναν γενναίο συμπαραστάτη. Κάποιον που ξέρει να φοβάται, να πονάει ή να ποθεί δίχως να παραδίδεται στην απόγνωση - κάποιον που δεν χρειάζεται να πυρακτώνεται από περιπαθή οράματα ή να ρίχνεται σε τρομακτικές αβύσσους για να ξεχάσει δια βίου τη μοναξιά του ή για να απαλλαγεί οριστικά, και άκοπα, από τον πανικό του.
Και δεν θέλω, τώρα που περπατήσαμε κάπως, να ξεχάσουμε και κάτι άλλο: πως η αμφιθυμία και η αμφιλογία, η αιώρηση ανάμεσα σε πόλους, προϋποθέτουν ένα πνεύμα ειρωνείας - ένα οξύ και γερά θρεμμένο ειρωνικό πνεύμα, που απομακρύνεται από τα ανθρώπινα πάθη (δεν υπάρχει ειρωνεία χωρίς απόσταση), για να δείξει όσο καθαρότερα γίνεται τη φωτιά η οποία τα σιγοκαίει. Και τούτο είναι ασφαλώς ο άλλος άσος του Καβάφη - το πεδίο στο οποίο κεντά με άνεση εξαιρετικά έμπειρου μάστορα, δουλεύοντας απέξω και από μέσα τα υλικά του, με τεράστια επιμονή και θέληση. Κι είναι η καβαφική ειρωνεία τόσο λεπτή και ζυγιασμένη, ώστε χρειάζεται να τη σκεφτούμε όχι μία, αλλά πέντε και δέκα φορές, στις ποικίλες αποχρώσεις και εκδοχές της, στα πολλαπλά σημασιακά της μέτωπα και επίπεδα. Κι είναι εν προκειμένω και πάλι η εποχή μας ο πιο ευνοημένος τόπος για την υποδοχή αυτού του πολύμορφου και περίπλοκου ειρωνικού πλέγματος. Σ’ ένα περιβάλλον όπου τίποτε δεν μοιάζει ιδιαίτερα σταθερό, κι όπου επίσης κανένας μύθος δεν μπορεί να φυτρώσει και να καθιερωθεί, η λοξή ματιά του Καβάφη διεκδικεί ευνόητα την πρωτοκαθεδρία. Η οίηση και η κολακεία, ο ναρκισσισμός και η ιδεοληψία ή, το ουσιαστικότερο, οι ακράδαντες αντιλήψεις και οι αδιαπέραστες πεποιθήσεις δεν έχουν εδώ καμια θέση. Μοναδικά «περάσματα», όπως το λέγαμε και πρωτύτερα, οι διττές αλήθειες, ο αργός, εσωτερικός ρυθμός και η σκληρή επίγνωση του πεπερασμένου και της ματαιότητας των όποιων (σπουδαίων ή ασήμαντων) φιλοδοξιών μας.
Σε μια τέτοια, άλλωστε, κατεύθυνση κινούνται και οι ιστορικές μορφές του Καβάφη. Μακριά από τα καίρια δρώμενα, κάπως παραμερισμένες και οπωσδήποτε στη σκιά των γεγονότων, καλούνται να κατανοήσουν τη μοίρα με τους όρους ενός κλειστής έκβασης παιχνιδιού: τίποτε σοβαρό και υψηλό δεν επιτρέπεται να ελπίζουν, καμιά προοπτική αληθινής απόδρασης από τον περίγυρό τους δεν είναι εύκολο να διακρίνουν, κανένας λόγος, όσο ενθαρρυντικός και παρήγορος κι αν δείχνει, δεν γίνεται να θερμάνει την καρδιά τους. Και δεν μπαίνουμε τάχα έτσι εκ νέου από θύρα ανοιχτή στην εποχή μας; Δεν μιλάει για άλλη μια φορά κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Καβάφης ψιθυριστά στο αυτί μας, αγγίζοντας την αδυναμία μας να νιώσουμε πως συμμετέχουμε σε οποιοδήποτε κρίσιμο στοίχημα ή διακύβευμα; Ποιος, σκέφτομαι κλείνοντας, είναι σε θέση να πει όχι σ’ αυτό, αλλά και στα υπόλοιπα ερωτήματα, με τα οποία ανηλεώς βομβαρδίζει ο Αλεξανδρινός τον καιρό μας;
Διαβάστε επίσης: Συγκινεί ο αδερφός του Μ.Τόκα: Αρνούμαστε να συνειδητοποιήσουμε ότι τον χάσαμε
Πηγή: ΑΠΕ- ΜΠΕ





