Τελειομανία, χαμηλή αυτοπεποίθηση, υπερευαισθησία... τρία χαρακτηριστικά που μοιράζονται σχεδόν όλα τα άτομα με διατροφικές διαταραχές. Το γεγονός ότι στοχεύουν συνεχώς στην τελειότητα, είτε προσπαθώντας να ευχαριστήσουν τους πάντες, είτε θέλοντας να αριστεύουν σε όλες τους τις δραστηριότητες αναπόφεκτα οδηγεί σε συχνές απογοητεύσεις, εφόσον τελειότητα δεν υπάρχει. Η αυτοπεποίθηση ως εκ τούτου χαμηλώνει και η «φωνή» της διαταραχής αρχίζει να εισβάλλει στο σκεπτικό : «Πάλι απέτυχες, ως συνήθως. Τίποτα δεν καταφέρνεις να κάνεις σωστά». Το άτομο προσπαθεί να καταφύγει σε συμπεριφορά που θα προσφέρει κάποιου είδους ανακούφιση, μια ισορροπία. Είτε καταφεύγοντας στο φαγητό σαν παρηγοριά, χωρίς όμως να ακολουθούν ακατάλληλα αντισταθμιστικά μέτρα όπως εμετός, καθαρτικές ουσίες, έντονη γυμναστική ή περίοδος αυστηρής δίαιτας (επεισοδιακή πολυφαγία), είτε βρίσκοντας αυτή την παρηγοριά, αλλά εξισορροπόντας τις θερμίδες που καταναλώθηκαν με ακατάλληλα αντισταθμιστικά μέτρα (ψυχογενής βουλιμία), είτε προσπαθώντας να ασκήσουν απόλυτο έλεγχο πάνω στην διατροφή και στην συνέχεια το σωματικό τους βάρος (ψυχογενής ανορεξία).
Και στις τρεις περιπτώσεις η «φωνή» της διαταραχής τείνει να δυναμώνει με τον χρόνο και να καθορίζει πλέον το σκεπτικό του ατόμου. Στον τομέα της διατροφής δημιουργούνται τύψεις και αισθήματα απογοήτευσης μετά από κάθε φαγητό, πολλές φορές ακόμα και αισθήματα έντονου φόβου. Στις περιπτώσεις της επεισοδιακής πολυφαγίας και της ψυχογενούς βουλιμίας είναι ιδιαίτερα έντονες μετά από επεισόδιο υπερφαγίας: «Πάλι τα κατάφερες. Δεν έχεις κανένα έλεγχο... τελευταία φορά! Από αύριο πρέπει οπωσδήποτε να συμμαζευτείς και να ξεκινήσεις δίαιτα!» Στα άτομα με ψυχογενή ανορεξία οι σκέψεις ουσιαστικά περιστρέφονται συνεχώς γύρω από το φαγητό και το πώς μπορούν να το αποφύγουν και η αξιολόγηση της μέρας ως καλή ή κακή βασίζεται στο πόσες θερμίδες καταναλώθηκαν και πόσες τυχόν ξοδεύτηκαν σε γυμναστική. Η τελειομανία δεν επιτρέπει όμως ποτέ την απόλυτη ευχαρίστηση: «Σήμερα τα πήγες καλά. Αλλά μην εφησυχάζεσαι, αν θέλεις να φτάσεις τον στόχο σου πρέπει να προσπαθήσεις ακόμα πιο σκληρά! Εξακολουθείς να είσαι χοντρή και άσχημη!»
Στον κοινωνικό τομέα δημιουργεί αισθήματα ανασφάλειας που μπορούν να φτάσουν μέχρι και σε παρανοϊκές ιδέες: «’Ολοι με κοιτάζουν και σκέφτονται πόσο χοντρή είμαι». «Αυτοί στο διπλανό τραπέζι σίγουρα γελούν για το ντύσιμο μου/την κοιλιά μου/τα μαλλιά μου...». Οι πάσχοντες αρχίζουν να αποφεύγουν κοινωνικές συγκεντρώσεις, δείπνα, εξόδους και να κλείνονται στον εαυτό τους. Η υπεραπασχόληση με τη διατροφή και το σώμα αντικαθιστά τα παλιά ενδιαφέροντα που αρχίζουν σιγά σιγά να ξεχνιούνται. Η «φωνή» έχει πλέον αυτοματοποιηθεί, οι σκέψεις δηλαδή έχουν μετατραπεί σε λεγόμενες αυτόματες αρνητικές σκέψεις. Αρνητικές σκέψεις δηλαδή που έρχονται αυτόματα ως ανταπόκριση σε διάφορα συμβάντα. Εάν για παράδειγμα λάβει το άτομο ένα κομπλιμέντο, η αυτόματη αρνητική σκέψη μπορεί να είναι (ή αλλιώς η «φωνή» της διαταραχής): «μου το λέει απλά γιατί με λυπάται». Εάν είναι μαθητής/μαθήτρια και πάρει καλό βαθμό σε διαγώνισμα η αυτόματη αρνητική σκέψη μπορεί να είναι: «ήταν εύκολο το διαγώνισμα, γι’αυτό τα πήγα καλά».
Ποιοί τρόποι υπάρχουν για αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος; Πολύ σημαντικό στην καταπολέμηση διατροφικών διαταραχών είναι η συνεργασία μεγαξύ κλινικού ψυχολόγου/ψυχοθεραπευτή, κλινικού διαιτολόγου, οικογενειακού ψυχοθεραπευτή και όπου απαιτείται ψυχιάτρου. Σε περιπτώσεις που θεωρείται αναγκαίο, ιδιαίτερα όταν η σωματική κατάσταση δεν επιτρέπει την ατομική θεραπεία, ενδείκνυται ενδονοσοκομειακή θεραπεία κατά προτίμηση σε εξειδικευμένη κλινική στο εξωτερικό.
Στόχοι της ατομικής θεραπείας σε γενικές γραμμές είναι η αύξηση της αυτοπεποίθησης, η μείωση της τελειομανίας, η βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων και η αποδοχή της εικόνας του σώματος. Πιο συγκεκριμένα, ένα μεγάλο μέρος της θεραπείας αποτελείται από ασκήσεις κατά τις οποίες το άτομο μαθαίνει να αναγνωρίζει τις αυτόματες αρνητικές σκέψεις και ακολούθως να τις αντικαθιστά με πιο θετικές, βοηθητικές σκέψεις. Διαφορετικά, αυτό που οι ίδιοι οι πάσχοντες αρχικά περιγράφουν ως ένα έντονο διάλογο στο μυαλό τους με την διαταραχή, κατά τον οποίο συνήθως η διαταραχή υπερνικούσε, γίνεται στη συνέχεια ένας διάλογος στον οποίο όλο και πιο συχνά το ίδιο το άτομο καταφέρνει να θριαμβεύσει και πιο μετά, μονόλογος, όταν η «φωνή» της διαταραχής έχει πλέον απομακρυνθεί ή παραμείνει απλά ένας ψίθυρος. Παράλληλα και πάντα ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ατόμου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεθόδοι για την ρύθμιση συναισθημάτων, μείωση άγχους και φυσικά την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων φόβων περί διατροφής και βάρους. Για το σκοπό αυτό μπορούν να χρησιμοποιηθούν βοηθητικά μέσα όπως ασκήσεις με καθρέπτες, σχεδιασμός του σώματος κ.α.
Σημαντικότατοι παράγοντες για μια επιτυχημένη θεραπεία είναι μια καλή σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ψυχολόγου/ψυχοθεραπευτή και ασθενή καθώς βεβαίως και θέληση και συνεργασία από πλευράς του πάσχοντα.
Όλα αυτά και σε συνδυασμό με υπομονή και επιμονή όλων των ατόμων της θεραπευτικής ομάδας, μπορούν και έχουν αποδεδειγμένα φέρει πολύ θετικά αποτελέσματα. Η «φωνή» υποχωρεί...
Ιωάννα Λοϊζίδου
Κλινική ψυχολόγος
www.loizides-psychologist.com
Τηλ. 22 108368




