Η Φυματίωση σαν νόσος ήταν γνωστή στην ανθρωπότητα από αρχαιοτάτων χρόνων. Μέχρι την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα πιστευόταν ότι η Φυματίωση ήταν κληρονομούμενη ασθένεια έως ότου το 1882, ο Robert Koch ανακάλυψε ότι οφειλόταν σε λοίμωξη από ένα βακτήριο, το μυκοβακτηρίδιο της Φυματίωσης. Η μετάδοση της νόσου γίνεται κατά κύριο λόγο (95% και πλέον) μέσω μικροσταγονιδίων, τα οποία  αποβάλλει το νοσούν άτομο με το βήχα, το φτάρνισμα ή την έντονη ομιλία και το γέλιο, και τα οποία μπορεί να εισπνευσθούν από άτομα που βρίσκονται σε σχετική εγγύτητα, σε μη καλά αεριζόμενους χώρους.   Η Φυματίωση είναι μια ασθένεια που ξεκινάει κατά κανόνα πολύ ύπουλα και τα συμπτώματά της μοιάζουν με κοινή λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος δηλαδή με πυρετό (συχνότερα με δέκατα ), βήχα, αιμόπτυση, νυκτερινούς ιδρώτες, απώλεια βάρους και αδυναμία.  

Παρά τη βελτίωση των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών και την εφαρμογή των προγραμμάτων αντιφυματικού εμβολιασμού που μείωσε την επίπτωση της Φυματίωσης στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, σήμερα η ανατολική Ευρώπη στην οποία περιλαμβάνεται και η Κύπρος εμφανίζει   σαφώς αυξημένα ποσοστά νοσηρότητας σε σύγκριση με την Δυτική Ευρώπη και συγκεκριμένα οκταπλάσια συχνότητα από αυτήν.  Στα δεδομένα της Μονάδας Επιτήρησης του Υπουργείου Υγείας της Κύπρου καταγράφεται σε σχέση με το 2007, μια πολύ σημαντική αύξηση των καταγεγραμμένων περιπτώσεων της Φυματίωσης στην πατρίδα μας, κατά 36% το έτος 2012, ποσοστό το οποίο αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια. Τούτο διότι θα αυξάνεται συνεχώς η είσοδος μεταναστών από χώρες του πρώην Ανατολικού μπλοκ  (Ρουμανία, Βουλγαρία)  αλλά και της Νοτιοανατολικής Ασίας (Φιλιππίνες, Μπαγκλατές) όπου η επίπτωση της νόσου εξακολουθεί να είναι υψηλή. Στη σχετική έκθεση της Παγκόσμιας  Οργάνωσης Υγείας (WHO) για τη Φυματίωση επισημαίνεται ότι η παγκόσμια επίπτωση της νόσου παραμένει τεράστια: Το 2011 αναφέρθηκαν οκτώ εκατομμύρια επτακόσιες χιλιάδες νέα κρούσματα και ένα εκατομμύριο τετρακόσιες χιλιάδες θάνατοι από Φυματίωση. Το πρόβλημα καθίσταται εντονότερο από την αύξηση των περιπτώσεων ανθεκτικής στα κύρια φάρμακα Φυματίωσης (MDR – TB) αλλά και των περιπτώσεων πολυανθεκτικής Φυματίωσης (XDR-TB). Η ίδια έκθεση της WHO επισημαίνει ότι η παγκόσμια ανταπόκριση στην αντιμετώπιση της ανθεκτικής Φυματίωσης παραμένει πολύ νωθρή και η νόσος αναμένεται να αυξάνεται συνεχώς σε συχνότητα τα επόμενα χρόνια.

 Μέσα στο 2013, εμφανίσθηκαν στον Κυπριακό τύπο καθώς και σε διάφορες ιστοσελίδες,    ανησυχητικά δημοσιεύματα για κρούσματα ενεργού Φυματίωσης σε Σχολεία, Αστυνομικά Τμήματα  αλλά και Κέντρα Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων. Επίσης αναφέρθηκε ότι «οι υγειονομικές αρχές εντόπισαν κρούσματα φυματίωσης σε αλλοδαπούς οι οποίοι επισκέπτονται την Κύπρο, πλην όμως «οι αρχές αδυνατούν να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τα περιστατικά αυτά». Επίσης γνωρίζουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση   επέπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία, για την προσπάθεια, να θέσει υπό τον έλεγχο της αυτά τα περιστατικά με την διενέργεια εξετάσεων σε αλλοδαπούς πολίτες κατά την άφιξη τους στην Κύπρο, κρίνοντας μία τέτοια κίνηση ως ρατσιστική.

Τα δημοσιεύματα αυτά δημιούργησαν ανησυχίες στο Κυπριακό κοινό, όχι πάντοτε αναιτιολόγητες. Κατ’ αρχή θα πρέπει να επισημανθεί ότι η νόσος ναι μεν δεν αποτελεί μια θανατηφόρο απειλή για το συνάνθρωπο αλλά υπάρχει αδήριτη ανάγκη εντοπισμού των ενεργών κρουσμάτων προκειμένου να τύχουν της έγκαιρης και ορθής φαρμακευτικής αγωγής ώστε η νόσος να μη διασπείρεται στον υπόλοιπο πληθυσμό  και να αποτραπεί ένα μείζον υγειονομικό πρόβλημα στην ευρύτερη κοινότητα. Η χώρα μας διαθέτει το Νοσοκομείο Κυπερούντας, σε ένα γραφικό χωριό στα όρια μεταξύ Επαρχίας Λεμεσού και Λευκωσίας το οποίο ιδρύθηκε από τους Άγγλους το 1939 σαν Σανατόριο. Η περιοχή έχει υψηλό υψόμετρο (περίπου 1300 μέτρα) και ξηρό κλίμα, ιδανικό για νοσηλεία ασθενών με Φυματίωση, γνωρίζοντας ότι το  βακτηρίδιο που ευθύνεται για τη νόσο ευνοείται από υψηλή ατμοσφαιρική  πίεση και άρα το μεγάλο υψόμετρο (χαμηλή ατμοσφαιρική πίεση) αποτελεί δυσμενές περιβάλλον για τον πολλαπλασιασμό του. Στο ειδυλλιακό αυτό περιβάλλον εξακολουθεί να ευρίσκεται το εν λόγω Νοσοκομείο που φιλοξενεί ασθενείς με Πνευμονική Φυματίωση αλλά δεν διαθέτει όμως την σύγχρονη υποδομή νοσηλείας τέτοιων ασθενών, όπως την έλλειψη  ατομικών θαλάμων καθώς και της σύγχρονης τεχνολογίας που συνοδεύει την νοσηλεία τέτοιων ασθενών και ιδίως των ανθεκτικών μορφών της νόσου.

 Η ορθή φαρμακευτική αγωγή των ασθενών απαιτεί φροντίδα από ειδικούς ιατρούς που διαθέτουν εμπειρία στα σύγχρονα δεδομένα για την νόσο και την αποτελεσματική της αντιμετώπιση. Το γεγονός αυτό αποκτά έτι βαρύνουσα σημασία στις μέρες μας, δεδομένης της αυξημένης συχνότητας ανθεκτικών και πολυανθεκτικών  μορφών της νόσου, κύρια αιτία των οποίων είναι η ατυχής αρχική φαρμακευτική αγωγή όταν πρωτοδιαγνωσθεί η νόσος καθώς και η μη επιτήρηση της σωστής συμμόρφωσης προς τη θεραπευτική αγωγή. Μία σημαντική πληροφορία είναι ότι ο ενεργά πάσχων από τη νόσο παύει πρακτικά να είναι μεταδοτικός μέσα σε διάστημα δύο έως τριών εβδομάδων από την έναρξη της ορθής φαρμακευτικής αγωγής. Η ενδονοσοκομειακή νοσηλεία ασθενών με Φυματίωση οφείλει να υπακούει σε ορισμένους κανόνες για την πρόληψη της μετάδοσης της νόσου. Βασικό μέτρο προστασίας είναι ο επαρκής αερισμός των νοσηλευτικών τμημάτων που φιλοξενούν περιστατικά με Φυματίωση και τα γενικά μέτρα πρόληψης μετάδοσης των λοιμώξεων. Το Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων των ΗΠΑ (Center for Disease Control –CDC) έχει εκδώσει σαφείς οδηγίες για τον έλεγχο της μετάδοσης της νόσου φιλοδοξώντας να περιορίσει στο ελάχιστο τις πιθανότητες εξάπλωσης της Φυματίωσης στον γενικό πληθυσμό. Η νοσηλεία των εξαιρετικά μεταδοτικών περιπτώσεων θα πρέπει να γίνεται σε ειδικούς θαλάμους απομόνωσης. Μάλιστα οι περιπτώσεις ανθεκτικής (MDR) και πολυανθεκτικής νόσου (XDR) θα πρέπει να νοσηλεύονται παρατεταμένα σε ειδικούς θαλάμους αρνητικής πίεσης με ειδικά υψηλής αποδοτικότητας φίλτρα σωματιδιακού αέρα (High Efficiency Particulate Air –HEPA) προκειμένου να παρεμποδισθεί η μετάδοση του μυκοβακτηριδίου στους περιβάλλοντες χώρους και άρα η μόλυνση άλλων ασθενών ή επισκεπτών, αλλά και του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού του Νοσοκομείου.

Με τις δεδομένες συνθήκες αφ’ ενός της οικονομικής κρίσης που πλήττει την πατρίδα μας αλλά και της ολοένα αυξανόμενης εισροής σε αυτήν μεταναστών  από χώρες με μεγάλη επίπτωση της Φυματίωσης, είναι λογικό να πιστεύει κανείς ότι αν η επαγρύπνηση των υγειονομικών αρχών της χώρας και η επίσπευση  για  εκσυγχρονισμό  και επαρκή επάνδρωση των μονάδων νοσηλείας των  ασθενών με ενεργό Πνευμονική Φυματίωση, δεν επιτελεσθούν στο βαθμό που επιβάλλουν τα νέα επιδημιολογικά δεδομένα της νόσου, φοβούμαι ότι η Κύπρος   θα αντιμετωπίζει στο εγγύς μέλλον  μεγάλο πρόβλημα με τον έλεγχο μιας πανάρχαιας νόσου όπως είναι η Φυματίωση. Η Πολιτεία θα πρέπει να φροντίσει την κατάλληλη δομή και εξοπλισμό των νοσηλευτικών μονάδων για την νόσο και να μη φείδεται της δημιουργίας σύγχρονων και αποτελεσματικών μονάδων νοσηλείας για τους ασθενείς αυτούς ώστε να κερδηθεί ο έλεγχος της λοιμώδους αυτής νόσου και να πάψει η απειλή εμφάνισης ενός μείζονος δημογραφικού προβλήματος που μετά βεβαιότητας θα απαιτήσει μείζονες εκ των υστέρων προσπάθειες αλλά και δαπάνες πολλαπλάσιων κονδυλίων για την προσπάθεια αναχαίτισής του.

*Ο Δρ. Στυλιανός Α. Μιχαηλίδης είναι Πνευμονολόγος – Εντατικολόγος Διευθυντής Μονάδας Επαγγελματικών Νοσημάτων και Φυματίωσης του Σισμανόγλειου  Γενικού Νοσοκομείου Αθήνας, Συντονιστής της Ομάδας Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας