Καναδική έρευνα σε δίδυμα, έχει δείξει ότι τα γονίδια παίζουν τον σημαντικότερο ρόλο για τη διάρκεια του ύπνου των νηπίων κατά τις βραδινές ώρες. Ωστόσο οι περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι αυτοί που επηρεάζουν τον ύπνο κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Η έρευνα του Jacques Montplaisir και συν. από το νοσοκομείο Sacré-Coeur του Μοντρεάλ που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό «Pediatrics» Ιουνίου, έγινε με 995 ζευγάρια διδύμων (405 μονοζυγωτικά) που γεννήθηκαν, χωρίς ιδιαίτερα ιατρικά  προβλήματα, στην περιοχή του Μοντρέαλ κατά την περίοδο Νοέμβριο 1995 - Ιούλιο 1998.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι γενετικοί παράγοντες, ευθύνονται κατά μεγάλο μέρος για τη διάρκεια του βραδινού ύπνου παιδιών από 6 μηνών έως 2 χρονών. Στα παιδιά των 18 μηνών, τη μεγαλύτερη επίδραση είχε το περιβάλλον και οι συνήθειες της οικογένειας.  Τέλος, εξωτερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες ευθύνονταν κατά 80% για τον χρόνο του ύπνου, κατά τη διάρκεια της ημέρας, σε παιδιά μέχρι 2 χρονών.

Χάριν της έρευνας, οι μητέρες έκαναν αναφορά για τον ύπνο των διδύμων τους, στις ηλικίες των 6, 18, 30, και 48 μηνών, αφήνοντας μια περίοδο δυο εβδομάδων μεταξύ των αναφορών για ελαχιστοποίηση της ομογενοποίησης των απαντήσεων. Συμφώνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, για την διάρκεια του ύπνου στα νήπια 6 μηνών ευθυνόταν κατά 47% γενετική παράγοντες, ενώ στους 30 μήνες κατά 58% και στους 48 μήνες κατά 54%. Αν και οι γονείς δεν ξυπνούσαν αυτό το διάστημα, κάμερες έδειξαν ότι ακόμα και τα παιδιά που «κοιμόντουσαν καλά» ξυπνούσαν κατά μέσον όρο, τρείς φορές το βράδυ. 

Ο ύπνος κατά τη διάρκεια της ημέρας μεταβαλλόταν καθώς τα δίδυμα μεγάλωναν. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρέαζαν τη διάρκεια του ύπνου τους κατά 33% στην ηλικία των 18 μηνών, 48% στους 30 μήνες, και 79% στα δύο χρόνια.   Η διάρκεια του ύπνου ήταν σχετικά σταθερή μέχρι την ηλικία των 2 χρόνων και μειωνόταν σταδιακά με την πάροδο του χρόνου. Μόνο 4% των παιδιών σταμάτησε μέχρι την ηλικία των 2 χρόνων να κοιμάται κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Η Shalini Paruthi, η οποία ειδικεύεται στον παιδικό ύπνο στο πανεπιστήμιο Saint Louis, δήλωσε στην ιστοσελίδα MedPage : «Καλό είναι να φροντίζετε ώστε το περιβάλλον του παιδιού να είναι όσο το δυνατόν το καλύτερο. Το υπνοδωμάτιο να είναι σκοτεινό και ήσυχο και να έχουν το δικό τους χώρο ώστε να μην κτυπούν πάνω στο αδελφάκι τους ή σε σημεία του κρεβατιού. Προσοχή όμως, γιατί δεν έχουν όλα τα παιδιά τις ίδιες συνήθειες και οι έρευνες δεν πρέπει να γενικεύονται και για τα παιδιά σε μεγαλύτερες ηλικίες».

Για τους ενήλικες, φαίνεται ότι το περιβάλλον είναι αυτό που φαίνεται να παίζει τον σημαντικότερο ρόλο στην διάρκεια του ύπνου και το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για εφήβους. Στην κληρονομικότητα αποδιδόταν λιγότερο από το 45%, όπως έδειξε έρευνα σε δίδυμους ενήλικες. Ωστόσο η έρευνα δεν ήταν ενδελεχής σε έφηβους και παιδιά της προ εφηβικής ηλικίας, καθώς δεν τα έχουν παρακολουθήσει όταν ο ύπνος τους μπαίνει σε ώριμο κιρκαδικό ρυθμό. Οι ερευνητές παραδέχονται ότι οι έρευνες θα πρέπει να συνεχιστούν ώστε να καταλήξουν σε πιο ασφαλή συμπεράσματα.