Νέα μελέτη δείχνει ότι οι γιατροί αδυνατούν να εντοπίσουν τα διαγνωστικά συμπτώματα των λιποβαρών παιδιών.
Eρευνητική ομάδα του University College του Λονδίνου (UCL) μίλησε με παιδίατρους σε 177 νοσοκομεία στην Αγγλία και την Ουαλία και διαπίστωσαν αδυναμία τους να εντοπίσουν τα λιποβαρή παιδιά και τις σχετικές σοβαρές επιπλοκές, παρόλο που οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες είχαν εμπειρία στην θεραπεία τουλάχιστον ενός παιδιού με μια διατροφική διαταραχή.
Ο επικεφαλής της μελέτης, δρ Lee Hudson από το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού του UCL, είπε ότι τα παιδιά κάτω των 13 ετών προσέρχονται σήμερα στα ιατρεία με διατροφικές διαταραχές παρά μηνιγγίτιδα λόγω επιτυχίας των προγραμμάτων εμβολιασμού.
Αυτή η μετατόπιση στις παιδικές ασθένειες μπορεί να είναι ένας λόγος για τον οποίο έρευνα έδειξε ότι οι γιατροί κάνουν ελλιπείς διαγνώσεις σχετικά με τον εντοπισμό λιποβαρών παιδιών και των σχετικών ιατρικών προβλημάτων, πρόσθεσε.
Διαπιστώθηκε επίσης υποδιάγνωση των σημείων και συμπτωμάτων των επιπλοκών σε παιδιά των οποίων το βάρος είχε πέσει σε σοβαρά χαμηλά επίπεδα. Χαμηλή ήταν και η γνώση για χορήγηση τροφής σε παιδιά που δεν έχουν φάει για αρκετό καιρό ή είναι σοβαρά υποσιτισμένα.
Ο Δρ Hudson είπε ότι η έρευνα δεν αποτελεί κριτική έναντι των γιατρών, επειδή οι διατροφικές διαταραχές τείνουν να παρουσιάζονται με ασαφή συμπτώματα, αλλά τονίζεται ένα κενό στον τομέα της κατάρτισης.
"Από προηγούμενες έρευνες γνωρίζουμε ότι το ένα τρίτο των λιποβαρών παιδιών παρουσιάζονται με απειλητικά για τη ζωή τους στοιχεία", πρόσθεσε.
Ο καθηγητής Russell Viner, συν-συγγραφέας της μελέτης και μέλος της Επιτροπής Παιδιατρικής Διατροφής του Royal Collage, είπε ότι το Κολέγιο αγνωρίζει την ανάγκη κατάρτισης γύρω από τις διατροφικές διαταραχές και τα λιποβαρή παιδιά.
"Προχωρούμε σε ανανέωση της εκπαίδευσης για την υγεία των εφήβων και σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και το Royal College of Psychiatry αναπτύσσουμε ένα πρόγραμμα κατάρτισης γύρω από την ψυχική υγεία των εφήβων", είπε.




