Συνέντευξη με την παιδοψυχίατρο Δρ Μάχη Κλεάνθους.
Ο «ξεχασιάρης», ο «ασυντόνιστος», ο «άτακτος», ο «κακός μαθητής», ο «ανυπόμονος». Ταμπέλες που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν παιδιά στα οποία παρατηρούνται μαθησιακά ή κοινωνικά προβλήματα. Παιδιά που απ’ την πλευρά τους νιώθουν να απογοητεύουν τους γονείς και τους δασκάλους τους καθημερινά.
Η ΔΕΠΥ [Διαταράχη Ελλειματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας], η έγκυρη διάγνωση και η ορθή διαχείρισή της, μοιάζει να είναι ένα απ’ τα βασικότερα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο σύγχρονος γονιός.
Τι είναι η ΔΕΠΥ;
Πρόκειται για νευροβιολογική διαταραχή της παιδικής ηλικίας, η οποία συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή. Θεωρείται πιο συχνή στα αγόρια, αν και κλινικά παρατηρούμε ότι η συχνότητα είναι σχεδόν η ίδια και στα δύο φύλα, με τη διαφορά ότι τα κορίτσια δεν παρουσιάζουν στην πλειοψηφία τους υπερκινητικότητα, καθώς επίσης τείνουν να ελέγχουν καλύτερα την διαταραχή τους.
Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της;
Η διάσπαση προσοχής είναι ένα απ’ αυτά. Δηλαδή, «δεν συγκεντρώνομαι» ή «χάνω με το παραμικρό την συγκέντρωσή μου» ή «δυσκολεύομαι να ακολουθήσω οδηγίες». Η παρορμητικότητα είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό. «Όλοι λένε ότι είμαι άτακτος», πρώτα πράττω και μετά σκέφτομαι. Τέλος, έχουμε να κάνουμε με υπερκινητικότητα, δηλαδή «δεν μπορώ να κάτσω και σηκώνομαι απ’ τη θέση μου, ακόμα κι αν ξέρω πως δεν πρέπει».
Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί «Ποιό παιδί δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά;» και θα συμφωνήσω. Μόνο που στην περίπτωση των παιδιών με ΔΕΠΥ, τα χαρακτηριστικά αυτά δεν εξελίσσονται και δεν αλλάζουν όπως θα έπρεπε, παράλληλα δηλαδή με την ωρίμανση του ατόμου. Κι αυτό είναι που δημιουργεί τόσο ακαδημαϊκά, όσο και κοινωνικά προβλήματα.
Ποιοι είναι οι βασικοί τύποι ΔΕΠΥ;
Υπάρχουν τρεις. Ο τύπος απροσεξίας, ο τύπος παρορμητικότητας/υπερκινητικότητας και ο συνδυασμένος τύπος.
Συγκεκριμένα, όταν μιλάμε για τον τύπο απροσεξίας έχουμε να κάνουμε με άτομο που δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, αποσπάται εύκολα από άσχετα ερεθίσματα, δεν φαίνεται να ακούει και να δίνει σημασία στις λεπτομέρειες, κάνει λάθη απροσεξίας και δυσκολεύεται να ακολουθήσει οδηγίες, αποφεύγει εργασίες που απαιτούν συστηματική πνευματική προσπάθεια, ξεχνά τις σχολικές εργασίες, χάνει πράγματα και είναι γενικότερα ανοργάνωτος.
Όσον αφορά στον τύπο παρορμητικότητας/υπερκινητικότητας πρόκειται για ανθρώπους που δυσκολεύονται να παραμείνουν καθισμένοι, κουνάνε χέρια, πόδια ή στριφογυρίζουν στην καρέκλα, κοιτάνε συνέχεια γύρω τους, σηκώνονται όταν δεν τους επιτρέπεται, τρέχουν και σκαρφαλώνουν υπερβολικά, δεν σκέφτονται πριν αντιδράσουν, απαντούν πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση, μιλάνε συνεχώς, δυσκολεύονται να περιμένουν τη σειρά τους, δεν ακολουθούν κανόνες στα παιχνίδια και συνηθίζουν να διακόπτουν ή να ενοχλούν τους άλλους.
Τέλος, έχουμε τον συνδυασμένο τύπο που παρουσιάζει, ακριβώς, το συνδυασμό των παραπάνω συμπτωμάτων, με τουλάχιστον έξι στοιχεία από την πρώτη κατηγορία και έξι από την δεύτερη. Σχετικά με το τελευταίο, είναι σημαντικό να ξέρουμε πως τα συμπτώματα πρέπει να προϋπάρχουν για τουλάχιστον έξι μήνες πριν από τη διάγνωση και να μην περιορίζονται μόνο στο σχολείο ή στο σπίτι.
Πώς διαφέρουν τα παιδιά με ΔΕΠΥ απ’ τα υπόλοιπα;
Η διαφορά έγκειται αναλόγως της ηλικίας του παιδιού και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν υπάρχουν κι άλλα προβλήματα πέραν της ΔΕΠΥ.
Για παράδειγμα, τα νήπια που έχουν την διαταραχή, συνηθίζουν να τρέχουν άσκοπα πέρα-δώθε, να μιλούν ακατάπαυστα και επίσης τείνουν να διακόπτουν, ή να σπάζουν και να χάνουν τα παιγνίδια τους. Τους είναι αδύνατον να περιμένουν τη σειρά τους σε παιχνίδι μ’ άλλα παιδιά, είναι απείθαρχα, ριψοκίνδυνα, δεν κάθονται σ' ένα μέρος, πηδούν απ’ τη μια ασχολία στην άλλη χωρίς να ολοκληρώσουν, κοιμούνται αργά και ξυπνούν νωρίς.
Στην σχολική ηλικία παρατηρούμε πως τα παιδιά με ΔΕΠΥ δυσκολεύονται να εστιάσουν την προσοχή τους στο μάθημα, είναι συνεχώς αφηρημένα, ονειροπολούν, σηκώνονται απ’ τη θέση τους ακόμα κι αν ξέρουν ότι δεν πρέπει, η προσοχή τους διασπάται με το παραμικρό. Ξεχνούν τα βιβλία τους και τα μολύβια τους, απαντούν στον δάσκαλο χωρίς να περιμένουν τη σειρά τους ή χωρίς καν να έχουν ερωτηθεί. Μιλούν ακατάπαυστα ή βγάζουν ήχους οι οποίοι ενοχλούν και εκνευρίζουν την τάξη, δεν περιμένουν στη γραμμή για να μπουν στην τάξη, δεν ακολουθούν τους κανόνες της τάξης και αδυνατούν να ακολουθήσουν κανόνες σε ομαδικό παιχνίδι. Τα παιδιά με τη διαταραχή συχνά εμφανίζουν εκρήξεις θυμού, ανυπομονησία, ευμετάβλητο συναίσθημα, χαμηλή αυτοεκτίμηση, υφίστανται απόρριψη και έχουν χαμηλή επίδοση στα μαθήματα.
Καθώς τα παιδιά ωριμάζουν, τα συμπτώματα γίνονται λιγότερο εμφανή. Στην εφηβεία η όλη υπερκινητικότητα - παρορμητικότητα μπορεί να παρουσιαστεί σαν εξωτερική και εσωτερική ανησυχία, κι αυτό δεν ισχύει πάντοτε. Επίσης στην εφηβεία διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να ξεκινήσουν κάποια κατάχρηση.
Είναι η ΔΕΠΥ η «νέα πανδημία της σύγχρονης κοινωνίας»;
Είναι γεγονός ότι τα τελευταία εφτά χρόνια το ποσοστό της διάγνωσης ΔΕΠΥ έχει αυξηθεί στο 15%. Η «υπέρ» διάγνωση είναι σίγουρα μια πιθανότητα αν και τα κριτήρια διάγνωσης δεν έχουν αλλάξει. Μια άλλη πιθανότητα είναι ότι παλιά δεν αναγνωρίζονταν αυτά τα παιδιά και απλά περνούσαν στο περιθώριο.
Σήμερα οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί είναι πολύ πιο διαβασμένοι, ενημερωμένοι και ευαισθητοποιημένοι. Απ’ την άλλη όμως, είναι και γονείς οι οποίοι πιέζουν τους ειδικούς για το… «μαγικό χαπάκι», το οποίο ευσεβοποθούν οτι θα βοηθήσει το παιδί τους, που ενδεχομένως να μην συγκεντρώνεται λόγω πολλαπλών ενδοοικογενειακών προβλημάτων. Προβλημάτων που οι γονείς επιμένουν να τα κρύβουν κάτω απ’ το χαλάκι και που δικαιολογούν μέσω της ΔΕΠΥ. Οπόταν, η απάντηση μου είναι και «ναι», και «όχι».
Η ΔΕΠΥ πάντα υπήρχε. Παρόλα αυτά, η δομή της οικογένειας, και κατ’ επέκταση της κοινωνίας, έχει αλλάξει. Οι ρυθμοί της ζωής έχουν αλλάξει. Τα παιδιά όμως παραμένουν παιδιά και υποχρεούνται να προσαρμόζονται. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι υπάρχει η αυξητική τάση, δυστυχώς, να εξηγούνται αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα μέσα από διαγνώσεις. Είναι απόλυτη η ανάγκη μιας σωστής και επιστημονικά βασισμένης γνωμάτευσης.
Είναι αλήθεια πως τα παιδιά με ΔΕΠΥ νιώθουν συνεχώς πως κάποιον απογοητεύουν;
Σαφώς. Η συμπεριφορά τους, που κατ’ ουσία είναι τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ, είναι και το κυριότερο πρόβλημά τους. Τα παιδιά αυτά προκαλούν πολλές φορές εκνευρισμό, θυμό αλλά και απογοήτευση στους γύρω τους και κατ’ επέκταση στον εαυτό τους. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόσο σημαντική είναι η έγκαιρη αναγνώριση του προβλήματος.
Πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα παιδιά αυτά;
Η αντιμετώπιση τους είναι απαιτητική απ’ τη μια, απ’ την άλλη όμως είναι υποχρέωσή μας να δείχνουμε περισσότερη κατανόηση σ’ αυτά. Να τους παρέχουμε μεγαλύτερο στήριγμα για να φέρνουν εις πέρας μια σχολική μέρα ή μια δραστηριότητα.
Τα παιδιά αυτά χρειάζονται μια δομημένη καθημερινότητα που πρέπει να είναι σαφής και προβλέψιμη. Πρέπει να τους παρέχεται οργάνωση, απλότητα, σαφήνεια και συντονισμός. Για αποφυγή άγχους, καλό θα ήταν να προσαρμόζονταν οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες των ενηλίκων στις δυνατότητες του παιδιού. Να μην γίνονται συγκρίσεις με άλλα παιδιά, να προωθούνται καταστάσεις που προβάλλουν τις ικανότητες και τις δυνατότητές τους.
Δηλαδή;
Για παράδειγμα, έχουμε τον «Κώστα» που είναι 8 χρονών, πανέξυπνος και έχει διαγνωστεί πρόσφατα με ΔΕΠΥ. Στον Κώστα, όσο κι αν αρέσει η μουσική και ιδιαίτερα το πιάνο, η ιδέα του πιανίστα πατέρα του να τον εγγράψει σε ωδείο παραδοσιακής εκμάθησης κλασσικού πιάνου, ίσως να μην είναι η καλύτερη. Ο Κώστας έχει έντονη υπερκινητικότητα οπόταν μάλλον θα δυσκολευτεί πολύ να κάθεται παίζοντας μονότονες κλίμακες ξανά και ξανά. Ένα μουσικοχορευτικό εργαστήρι ίσως να του ταίριαζε καλύτερα.
Στους γονείς δίνω πάντα το παράδειγμα του Michael Phelps, ο οποίος είχε τη διάγνωση ΔΕΠΥ από 9 χρονών. Όταν τον πίεζε η δασκάλα-μαμά του να διαβάσει τα μαθήματα του, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Ο Michael αδυνατούσε να συγκεντρωθεί, πόσο ακόμα να ελέγξει την υπερκινητικοτητά του. Ένιωθε απαίσια για τον εαυτό του και η μαμά του επίσης. Μέχρι που έτυχε να πέσει στα χέρια του ένα περιοδικό της αδερφής του, περί κολύμβησης. Πρώτη έκπληξη, το γεγονός ότι συγκεντρώθηκε για να… διαβάσει κάτι. Κι αυτό γιατί τον ενδιέφερε! Δεύτερη έκπληξη, το γεγονός ότι ο προπονητής του τον χαρακτήρισε ως το πιο πειθαρχημένο και αφοσιωμένο παιδί που γνώρισε. Ο Phelps είναι ολυμπιονίκης.
Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αιτιολογία της διαταραχής;
Η ακριβής αιτιολογία της ΔΕΠΥ δεν είναι γνωστή, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τόσες άλλες παθήσεις και διαταραχές. Όλο και περισσότερες έρευνες αποδεικνύουν ότι προέρχεται από βιολογικές αιτίες.
Το μόνο που γνωρίζουμε σήμερα είναι ότι η ΔΕΠΥ είναι ως ένα βαθμό κληρονομική. Περίπου το 70% των παιδιών με ΔΕΠΥ έχουν συνήθως ένα συγγενή πρώτου βαθμού μ’ αυτή τη διαταραχή. Ο εγκέφαλος των παιδιών με ΔΕΠΥ παρουσιάζει διαφορές από εκείνον των συνομήλικών τους, στη δομή, το μεταβολισμό και τη λειτουργία συγκεκριμένων περιοχών. Ο πρόωρος τοκετός , η κατάχρηση ουσιών -συμπεριλαμβανομένου και του καπνίσματος- καθώς και το υπερβολικό στρες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ο εγκεφαλικός τραυματισμός ή η έκθεση σε τοξικές ουσίες, λοιμώξεις κτλ μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη της ΔΕΠΥ.
Είναι μύθος ότι η ελλιπής γονική φροντίδα προκαλεί τη ΔΕΠΥ, παρόλα αυτά συγκεκριμένα οικογενειακά χαρακτηριστικά [π.χ. βία, γενική δυσλειτουργία, έλλειψη δομής κτλ] μπορεί να συμβάλλουν στην επιδείνωση της ΔΕΠΥ και στην εμφάνιση επιπλοκών στη συναισθηματική κατάσταση ή συμπεριφορά.
Γνωρίζουμε που κυμαίνεται το ποσοστό των παιδιών που συνεχίζουν να παρουσιάζουν δυσκολίες και ως ενήλικες;
Τα τελευταία χρόνια οι ψυχίατροι ενηλίκων είναι σε εγρήγορση για την αναγνώριση της διαταραχής, ως συνέχεια από την παιδική και εφηβική ηλικία. Δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν έτυχαν έγκαιρης διάγνωσης. Το γεγονός είναι ότι σε περισσότερο από 50% των παιδιών με ΔΕΠΥ, η διαταραχή συνεχίζεται στην ενήλικη ζωή, σε κάποιες περιπτώσεις με μερική ύφεση. Αυτό βέβαια εξαρτάται από το πόσο έντονα ήταν τα συμπτώματα στην παιδική/εφηβική ηλικία, την κληρονομικότητα, το πιθανώς επιβαρυμένο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον και τέλος απ’ τον τύπο ΔΕΠΥ που έχει το κάθε παιδί, με μεγαλύτερο παράγοντα κινδύνου τον συνδυασμένο τύπο.
Υπάρχει θεραπεία;
Εκτός του ότι πρόκειται για χρόνια διαταραχή, η ΔΕΠΥ δεν έχει ριζική θεραπεία με την έννοια της ίασης όπως π.χ έχω πνευμονία, παίρνω αντιβιοτική αγωγή.
Σκεφτείτε το περισσότερο σαν τον διαβήτη, όπου παίρνει κάποιος το φάρμακό του αλλά παράλληλα προσέχει τη διατροφή του, ασκείται, αποφεύγει το κάπνισμα και κάνει τακτικούς ελέγχους. Δηλαδή είναι φαινοτυπικά υγιής παρόλα αυτά εξακολουθεί να έχει διαβήτη. Κάπως έτσι προτείνω στους γονείς να το σκέφτονται.
Θέλω να τονίσω ότι η έγκαιρη διάγνωση και η ολοκληρωμένη παρέμβαση στην παιδική ηλικία βελτιώνει κάποια συμπτώματα και προσφέρει στο άτομο καλύτερη ποιότητα ζωής.
Ποια είναι η θεραπευτική προσέγγιση που ακολουθείται;
Αυτή είναι πολυεπίπεδη. Περιλαμβάνει ψυχοεκπαίδευση, δηλαδή, το παιδί πρέπει να ξέρει ακριβώς τι σημαίνει ΔΕΠΥ και πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να συζητήσει τις απορίες και τις ανησυχίες του, φαρμακευτική αγωγή, καθώς και ειδικά σχεδιασμένες ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις. Να πούμε πως η Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική θεραπεία είναι η πιο διαδεδομένη για τη ΔΕΠΥ.
Πόσο εύκολα μπορεί να εθιστεί ένα παιδί στα ψυχοδιεγερτικά φάρμακα;
Είναι γεγονός ότι όταν μιλάμε για ψυχοδιεγερτικά, το μυαλό μας προτρέχει σε ουσίες όπως η καφεΐνη, η νικοτίνη, η κοκαΐνη, η μεσκαλίνη, η μεφεδρόνη κτλ, ουσίες οι οποίες όντως προκαλούν εθισμό πολύ πιο εύκολα από άλλες. Όμως, στα πλείστα ψυχοδιεγερτικά φάρμακα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή για συμπτωματική θεραπεία της ΔΕΠΥ, η δραστική ουσία είναι η μεθυλφαινιδάτη, η οποία ναι μεν ανήκει στην οικογένεια των πιο πάνω, στην ουσία όμως είναι ένας ήπιος διεγέρτης του κεντρικού νευρικού συστήματος. Κίνδυνος εθισμού στη μεθυλφαινιδάτη υπάρχει στην περίπτωση αλόγιστης χρήσης γι’ αυτό και πρέπει να χορηγούνται υπό την αυστηρή επίβλεψη παιδοψυχιάτρου.
Εάν η θεραπεία δίδεται με προσοχή και υπό έλεγχο, τότε η περίπτωση εθισμού είναι πρακτικά ανύπαρκτη.
Ποια είναι κατά την άποψή σας η ορθότερη στρατηγική αξιολόγησης για άτομα με ΔΕΠΥ;
Μόλις αναγνωρισθούν τα συμπτώματα [συνήθως πρώτα απ’ τους δασκάλους] πρέπει το συντομότερο δυνατό να εκτιμηθεί το παιδί από ειδικό παιδοψυχίατρο. Ο παιδοψυχίατρος τότε θα δουλέψει με μια διεπιστημονική ομάδα [ψυχολόγος, λογοπαθολόγος, ειδικός παιδαγωγός κτλ] όπου η εκτίμηση θα γίνει με ερωτηματολόγια αξιολόγησης συμπεριφοράς του παιδιού, ειδικά ψυχομετρικά τεστ, αξιολόγηση λόγου και μαθησιακών ικανοτήτων. Παράλληλα πρέπει να αποκλεισθούν νευρολογικές ασθένειες. Είναι απαραίτητη η συνεργασία με παιδονευρολόγο σε αυτή την περίπτωση και ενδεχομένως να χρειαστούν εργαστηριακές εξετάσεις.
Υπάρχει και μία σχολή που υποστηρίζει πως η ΔΕΠΥ αφορά σε επαληθεύσιμη ασθένεια και ο «πατέρας» της, Eisenberg, και πολλοί άλλοι επωφελήθηκαν αδρά από την ευρεία διάγνωσή της. Πώς πρόκειται δηλαδή για εφεύρημα της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Πόσο παρατραβηγμένο είναι αυτό το σενάριο;
Προσωπικά πιστεύω πως ακριβώς για ένα παρατραβηγμένο συνωμοσιολογικό σενάριο. Καταρχήν, η ΔΕΠΥ σαν αναγνωρισμένη διαταραχή υπάρχει απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ το πρώτο εγκεκριμένο ψυχοδιεγερτικό φάρμακο από την U.S FDA [Food and Drug Administration] κυκλοφόρησε στην αγορά μόλις το 2000, 20 χρόνια αργότερα δηλαδή και εννέα μόλις χρόνια πριν πεθάνει ο Eisenberg. Κατά δεύτερον, το μόνο που χρειάζεται για να απορρίψει κάποιος αυτή τη θεωρία είναι να περάσει μια μέρα σ’ ένα σχολείο.
Είναι γεγονός ότι υπάρχει η τάση της «υπερδιάγνωσης» και της υπερβολικής συνταγογράφησης ψυχοδιεγερτικών, ανησυχητικά θέματα τα οποία απασχολούν την παγκόσμια ψυχιατρική κοινότητα. Να λέμε όμως πως η ΔΕΠΥ δεν υπάρχει, είναι σχεδόν ανήθικο, γιατί στιγματίζουμε χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια ανθρώπων που κυριολεκτικά υποφέρουν.
H Δρ Μάχη Κλεάνθους είναι παιδοψυχίατρος και εργάζεται ως επιμελήτρια στο παιδονευροψυχιατρικό τμήμα του πανεπιστημιακού νοσοκομείου Örebro στη Σουηδία.




