Ο Κύπριος πρέπει να γνωρίζει ότι σήμερα η ιογενής Ηπατίτιδα Β αντιμετωπίζεται σε μεγάλο βαθμό επιτυχώς και η ιογενής Ηπατίτιδα C θεραπεύεται σε μεγάλο ποσοστό, δήλωσε στο ΚΥΠΕ η Ειδική Ιολόγος και πρώην Επικεφαλής του Κέντρου Αναφοράς Ιογενών Παθήσεων στο Υπουργείο Υγείας Ανδρούλλα Ελευθερίου, προσθέτοντας ότι έχουν γίνει επιστημονικά άλματα στον τομέα αυτό.

Μιλώντας στο ΚΥΠΕ, η κ. Ελευθερίου ανέφερε ότι ένας συμπολίτης μας με ιογενή Ηπατίτιδα Β ή και C ενδέχεται να μην το γνωρίζει. “Δεν γνωρίζει ότι με τα νέα θεραπευτικά σχήματα μπορεί να εμποδίσει ή καν ανατρέψει ή και να θεραπεύσει πλήρως τις σοβαρές συνέπειες της λοίμωξης αυτής”, σημειώνει.

Οι ιογενείς ηπατίτιδες είναι λοιμώξεις, διευκρινίζει, που όταν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα και έγκυρα μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρή ηπατική νόσο και κίρρωση, ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα και επιπλέον ως συνέπεια σε μια κακή ποιότητα ζωής.

Η άλλη σοβαρή όψη, συνεχίζει η κ. Ελευθερίου, είναι η άγνοια μιας μεγάλης ομάδας συμπολιτών μας σε σχέση με το αν είναι φορείς μιας εκ των δύο ιογενών ηπατίτιδων ή και σπάνια, αλλά και πιθανά, και των δύο.

“Ακριβώς γιατί χαρακτηριστικό και των δύο λοιμώξεων είναι η μακρά, σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό μολυσμένων ατόμων, κλινικά `σιωπηλή` κατάσταση, κάτι που οδηγεί στη σημερινή τεκμηριωμένη πραγματικότητα ότι μεγάλο ποσοστό ατόμων δεν γνωρίζει ότι είναι φορείς”, προσθέτει.

Ειδικότερα στην Ευρώπη, αναφέρει, ο αριθμός “νέων” φορέων έχει πάρει μια σοβαρή αυξητική τάση και η μετανάστευση και ελεύθερη μετακίνηση πληθυσμών αποτελούν εκ των κυριότερων αιτιών.

Ερωτηθείσα τι πρέπει να γίνει ώστε ο κόσμος να αρχίσει να ενημερώνεται, η κ. Ελευθερίου είπε πως επειγόντως χρειάζεται από τους αρμόδιους φορείς να ευαισθητοποιηθούν και να ενδυναμωθούν τα προγράμματα έγκυρης ενημέρωσης και πληροφόρησης.

Επίσης, να προωθηθούν πολιτικές και προγράμματα πρόληψης για μετανάστες, να προωθηθεί η έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση για να αποτραπεί η κατάληξη σε κίρρωση και ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα, να δημιουργηθούν εθνικά προγράμματα για πρόληψη και την αντιμετώπιση της ιογενούς ηπατίτιδας.

Ακόμη, σημειώνει η κ. Ελευθερίου, πρέπει να αυξηθεί η προσβασιμότητα ατόμων με HC και HB στα νέα φαρμακευτικά πρωτόκολλα και να υιοθετηθούν οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές ως επίσης να προωθηθούν προγράμματα παρακολούθησης και επαγρύπνησης του επιπολασμού της  HC και HB σε κάθε κράτος μέλος.