Την πεποίθηση ότι εργοδότες, διοικητικά στελέχη και εργαζόμενοι μπορούν, δουλεύοντας μαζί, να αντιμετωπίσουν το εργασιακό άγχος και τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους που σχετίζονται με την εργασία προς όφελος όλων, εξέφρασε σήμερα η Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ζέτα Αιμιλιανίδου σε ομιλία της, την οποία ανέγνωσε ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Ανδρέας Ασσιώτης, στη Διευρυμένη Συνάντηση Εταίρων Ευρωπαϊκής Εκστρατείας για την Ασφάλεια και Υγεία στην Εργασία 2014-2015, η οποία διοργανώνεται από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας με τη χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία.
 
Εξήγησε πως το εκτιμώμενο κόστος των επιπτώσεων των ψυχοκοινωνικών κινδύνων για τις επιχειρήσεις και την κοινωνία δεν είναι αμελητέο, καθώς σύμφωνα με σχετικές μελέτες ανέρχονται σε δισεκατομμύρια ευρώ, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. «Το άγχος αποτελεί το δεύτερο σημαντικότερο πρόβλημα υγείας που συνδέεται με την εργασία και το οποίο αναφέρεται συχνότερα από τους εργαζόμενους στην Ευρώπη, ενώ μαζί με άλλους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, θεωρείται ότι ευθύνεται για περισσότερο από το ήμισυ (50–60%) του συνόλου των χαμένων εργατοημερών» τόνισε.
 
Η συνάντηση είχε σαν κύριο σκοπό την Εξαγγελία της Ευρωπαϊκής Εκστρατείας Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία 2014-2015, με θέμα τη «Διαχείριση του Άγχους σε Ασφαλείς και Υγιείς Χώρους Εργασίας» ενώ ένας επιπλέον στόχος της ήταν και ο προκαταρκτικός καθορισμός των δραστηριοτήτων που θα αναληφθούν από τους ίδιους τους Εταίρους στο πλαίσιο της εν λόγω Εκστρατείας.
 
Η κ. Αιμιλιανίδου, όπως αναφέρεται σε επίσημη ανακοίνωση, σημείωσε ότι για την αντιμετώπιση του άγχους και των ψυχοκοινωνικών κινδύνων οι εργοδότες έχουν νομική υποχρέωση να διασφαλίζουν την ορθή αξιολόγηση και αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών στο χώρο εργασίας, καθώς και την εφαρμογή κατάλληλων πρακτικών διαβούλευσης, υποδεικνύοντας ωστόσο πως εξίσου σημαντική, θεωρείται και η συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων στην προσπάθεια αυτή.
 
«Μέσω της κατάλληλης διαβούλευσης, οι εργαζόμενοι μπορούν να εκφράσουν τους προβληματισμούς, τις απόψεις και τις εισηγήσεις τους προς τα διευθυντικά στελέχη, να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης και να διασφαλίσουν με τη συνεισφορά τους ότι τα μέτρα που λαμβάνονται είναι εξίσου κατάλληλα όσο και αποτελεσματικά» τόνισε.
 
Η Υπουργός Εργασίας υπογράμμισε ότι η αποτελεσματική διαχείριση των θεμάτων που συναρτούνται με την ασφάλεια και την υγεία στους χώρους εργασίας είναι επωφελής τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τις επιχειρήσεις αλλά και για την κοινωνία στο σύνολό της, ιδιαίτερα σε εποχές οικονομικής αβεβαιότητας, όταν οι επιχειρήσεις πρέπει οπωσδήποτε να διατηρήσουν την παραγωγικότητά τους και οι εργαζόμενοι καλούνται να εργαστούν υπό πίεση για να αντεπεξέλθουν σε προθεσμίες, «όταν δηλαδή είναι πιο εύκολο να συμβούν λάθη, ατυχήματα και επικίνδυνα συμβάντα».
 
Υπέδειξε ότι βασικός στόχος της εκστρατείας είναι η προαγωγή της ορθής διαχείρισης του εργασιακού άγχους και των προκυπτόντων ψυχοκοινωνικών κινδύνων και, κατά συνέπεια, η πρόληψη των σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων που μπορούν να προκύψουν επί των εργαζομένων και επί των εργοδοτών, επισημαίνοντας ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων δημιουργεί ένα περιβάλλον εργασίας στο οποίο οι εργαζόμενοι παραμένουν υγιείς, με αποτέλεσμα να βελτιώνονται οι επιδόσεις της επιχείρησης, ενώ αντίθετα, ένα προβληματικό ψυχοκοινωνικό περιβάλλον εργασίας μπορεί να έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων, αλλά και στην παραγωγικότητα της επιχείρησης.
 
Όπως εξήγησε, για τον εργαζόμενο, οι αρνητικές επιπτώσεις που προκύπτουν από την πλημμελή διαχείριση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων περιλαμβάνουν το εργασιακό άγχος, την κακή ψυχική υγεία, την εργασιακή εξουθένωση, τη δυσκολία συγκέντρωσης, αυξημένα λάθη, παραλείψεις, οικογενειακά προβλήματα, την επικίνδυνη οδική συμπεριφορά, την αποφυγή συμμετοχής σε κοινωνικές δραστηριότητες, την κατάχρηση οινοπνεύματος, τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, καθώς και την κακή σωματική υγεία, ιδίως τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τα μυοσκελετικά προβλήματα, ενώ από την άλλη για την επιχείρηση, στις σχετικές αρνητικές επιπτώσεις συγκαταλέγονται οι κακές συνολικές επιδόσεις της, το αυξημένο ποσοστό απουσίας από την εργασία, η τυπική παρουσία στην εργασία δηλαδή όταν έχουμε περιπτώσεις εργαζομένων που εμφανίζονται στην εργασία τους ενώ είναι άρρωστοι και δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, καθώς και τα αυξημένα ποσοστά ατυχημάτων, επικινδύνων συμβάντων και υλικών ζημιών ή απωλειών.
 
«Οι απουσίες είναι συνήθως μεγαλύτερης διάρκειας σε σύγκριση με απουσίες που οφείλονται σε άλλους λόγους, ενώ το εργασιακό άγχος μπορεί να συμβάλλει ακόμη και στην αύξηση των ποσοστών της πρόωρης συνταξιοδότησης, ιδίως μεταξύ των στελεχών της επιχείρησης» συμπλήρωσε.
Η Υπουργός Εργασίας αναφέρθηκε σε πρόσφατη πανευρωπαϊκή δημοσκόπηση η οποία έδειξε μεταξύ άλλων ότι:
 
• ποσοστό 72 % των εργαζομένων ανέφεραν την αναδιοργάνωση της εργασίας ή την εργασιακή ανασφάλεια ως μία από τις συνηθέστερες αιτίες του εργασιακού άγχους.
• ποσοστό 66 % απέδωσαν το άγχος στις «ώρες εργασίας ή στον φόρτο εργασίας».
 
• ποσοστό 59 % απέδωσαν το άγχος στο γεγονός ότι «ο εργαζόμενος υπόκειται σε απαράδεκτες συμπεριφορές, όπως εκφοβισμό ή παρενόχληση».
• ποσοστό 51 % του συνόλου των εργαζομένων ανέφεραν ότι οι περιπτώσεις εργασιακού άγχους είναι συνηθισμένες στον χώρο εργασίας τους, και
• Περίπου τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους θεωρούν ότι η διαχείριση του άγχους δεν είναι αυτή που θα έπρεπε στο χώρο εργασίας τους.
 
Υπογράμμισε ακολούθως ότι «η υιοθέτηση προληπτικής συμπεριφοράς και η εφαρμογή ενός σχεδίου για την πρόληψη των προβλημάτων είναι ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος για την αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων στο χώρο εργασίας» και πως «η εμπειρία έχει καταδείξει ότι φαινόμενα όπως το αυξημένο εργασιακό άγχος, τα προβλήματα υγείας και η απουσία από την εργασία των εργαζομένων υποδηλώνουν ότι παράγοντες όπως η παραγωγικότητα και η καινοτομία βρίσκονται σε καθοδική τροχιά, γεγονός που επηρεάζει σημαντικά την απόδοση της επιχείρησης».
Όπως ανέφερε η Ζέτα Αιμιλιανίδου η Εκστρατεία παρέχει υποστήριξη προς τους εργοδότες, τα διευθυντικά στελέχη και τους εργαζόμενους, προάγοντας τη χρήση απλών και εύχρηστων εργαλείων και προσεγγίσεων για την αξιολόγηση και την αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων στους χώρους εργασίας. Σημείωσε παράλληλα πως είναι σημαντικό η διαχείριση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων να εντάσσεται στη γενικότερη διαχείριση της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας, παρά να εφαρμόζεται ως ξεχωριστή δραστηριότητα.
 
Ευχήθηκε τέλος όπως επιτευχθεί ο τελικός στόχος της που είναι να βοηθήσει τους εργοδότες, τους εργαζόμενους και τους εκπροσώπους τους στο να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στους χώρους εργασίας για τη δημιουργία ενός υγιούς και ασφαλούς περιβάλλοντος εργασίας με αποτέλεσμα τη βελτίωση των επιδόσεων της επιχείρησης, την αποφυγή των απουσιών λόγω ασθενειών, τη μείωση των εργατικών ατυχημάτων και τον περιορισμό των επικινδύνων συμβάντων.