Τον τελευταίο καιρό είναι εμφανές πως την πραγματικότητα στη χώρα μας κάποιοι δεν τη βιώνουν ή δεν τη συνειδητοποιούν ή δεν θέλουν να την αντιληφθούν. Είναι σαν να ζουν σ’ ένα… παράλληλο σύμπαν. Αλλιώς δεν εξηγούνται τα όσα λένε και κάνουν ή, ακόμα χειρότερα, δεν κάνουν.
Πάρτε για παράδειγμα τον κ. Γλαύκο Χατζηπέτρου, ο οποίος επιμένει και εμμένει στην πάγια θέση του ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν πρέπει να πειραχτούν από κανένα.
Η πρόσφατη δήλωσή του είναι πολύ χαρακτηριστική: «Δεν πρέπει να υπογραφεί το Μνημόνιο».
Ο κ. Χατζηπέτρου, δηλαδή, έκατσε κι ανέλυσε τα οικονομικά προβλήματα του κράτους και κατέληξε στο ότι δεν χρειαζόμαστε συμμάζεμα, ούτε συμβολή από κανένα και όλα καλά.
Από τη δική του πλευρά, ο κ. Άντρος Κυπριανού παρουσιάζεται σαν να μελέτησε τα υπέρ και τα κατά του ενιαίου νομίσματος και απεφάνθη ότι ίσως και να μη χρειαζόμαστε την Ευρωζώνη. Με άλλα λόγια σαν να έχει ήδη έτοιμο το σχέδιο αμέσου δράσεως, το οποίο θα επιτρέψει στη χώρα μας να βγει αλώβητη από το ευρώ και εν συνεχεία από την κρίση.
Και μετά τι;
Να ζήσει μόνη, αυτοσυντήρητη και αυτάρκης; Να κλείσει την πόρτα στους ξένους επενδυτές; Να γυρίσει σελίδα στο κεφάλαιο της προερχόμενης από το εξωτερικό ανάπτυξης;
Το πόσο παράλογο μπορεί να ακούγεται στ’ αυτιά της Τρόικας το γεγονός ότι ενώ συζητούν με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο γενικός γραμματέας του κόμματος από το οποίο προέρχεται «πυροβολεί» κατευθείαν στην καρδιά της φιλοσοφίας της ενωμένης Ευρώπης, το έχει επισημάνει κανείς ή είναι όλα τα σκεπτόμενα μυαλά απασχολημένα με την προεκλογική εκστρατεία του κ. Μαλά;
«Υπάρχει φως κάπου στο τέλος του τούνελ», δήλωνε προ ημερών ο οικονομολόγος, βουλευτής και συνεργάτης του περιοδικού μας, Μάριος Μαυρίδης, σχετικά με τα μέτρα οικονομικής προσαρμογής. Θα ασπαστούμε την άποψή του. Όχι γιατί είμαστε ρομαντικοί, αλλά γιατί το έχουμε εν μέρει βιώσει στον ιδιωτικό τομέα, όπου το οικονομικό «συστάρισμα» πόνεσε άλλους λίγο κι άλλους πολύ, αλλά απέδωσε στις πλείστες των περιπτώσεων. Η αμεσότητα με την οποία ιδιωτικές επιχειρήσεις χειρίζονται την οικονομική κρίση εδώ και μια τετραετία είναι η λέξη - κλειδί, που στην περίπτωση των δημόσιων οικονομικών παραμένει, δυστυχώς, άγνωστη. Στην τελευταία περίπτωση μάλλον ακολουθείται η τακτική του «η απόφαση άργησε μια μέρα» ή πολλές για να είμαστε πιο σωστοί.
Την «κατάλληλη στιγμή» την έχουμε χάσει εδώ και αρκετό καιρό. Τώρα είμαστε απλώς κρεμμάμενοι από μια λεπτή κλωστή και πρέπει να καταλάβουμε πως η Τρόικα δεν καραδοκεί για να… μας φάει όταν πέσουμε, αλλά προσπαθεί να μας σώσει.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση ανέδειξε τα πολλά προβλήματα αυτού του κράτους, τα ζητήματα που επί δεκαετίες συσσωρεύονταν άλυτα και διογκώνονταν, με αποτέλεσμα σήμερα να ξεχειλούν από παντού και να μας πνίγουν ή να απειλούν για τα χειρότερα.
Όσο, δε, αφορά στους «άπληστους» τραπεζίτες που μας «βούλιαξαν», αυτή ήταν πραγματικά μια κακιά στιγμή για την κυπριακή οικονομία και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, ωστόσο, ας μην συγχύζουμε τη διόρθωση που απαιτείται εκεί με την κρίση.
Αυτοί που έχουν τη δύναμη - Κυβέρνηση, Βουλή, κόμματα, αξιωματούχοι - οφείλουν να κάνουν αυτό που οι προκάτοχοί τους δεν κατάφεραν ή δεν θέλησαν να πράξουν, με αποτέλεσμα να φτάσουμε σήμερα στα χείριστα. Να συμφωνήσουν για το συστάρισμα που επιτακτικά επιβάλλεται σε αυτό το κράτος. Κανείς δεν θέλει να το κάνει από την υφιστάμενη Κυβέρνηση. Εξού και το τελευταίας στιγμής «μαγείρεμα» αντιπροτάσεων που μάλλον με… τατσιλίκι του ηττημένου μοιάζει, παρά με σοβαρές λύσεις.





