Σωστή κίνηση η είσοδος της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), λάθος η είσοδος της στη Ευρωζώνη (ΕΖ), λάθος και τυχόν έξοδος της. Η εισδοχή της Κύπρου στην ΕΕ ήταν μια σωστή κίνηση, γιατί έδωσε επιπρόσθετη αναγνώριση και ασφάλεια στην Κυπριακή Δημοκρατία και μετέτρεψε το Κυπριακό πρόβλημα σε Ευρωπαϊκό αυξάνοντας την πίεση για λύση. Άσχετα αν εμείς δεν εκμεταλλευθήκαμε το μεγάλο ατού που μας έδωσε η ένταξη μας στην Ευρώπη και αντί να φέρουμε την λύση πιο κοντά την απομακρύναμε. Έστω και μετά από αυτή την αποτυχία μας, που την πιστώνουμε εξ ολοκλήρου στην αδιαλλαξία της Τουρκίας, αισθανόμαστε πιο ασφαλείς παρά αν μέναμε μόνοι μας εκτός ΕΕ.
Κατά αντιδιαστολή η εισδοχή μας στην Ευρωζώνη ήταν και αποδείχθηκε τραγικό λάθος. Ενώ για την εισδοχή στην ΕΕ προετοιμαστήκαμε κατάλληλα, για την εισδοχή μας στην ΕΖ η προετοιμασία μας ήταν επιφανειακή, και τυπική, περισσότερο λογιστική παρά οικονομική. Ήμασταν υπερήφανοι για την τότε ανθούσα οικονομία μας και δεν διερωτηθήκαμε από πού προερχόταν αυτή η ευμάρεια κι’ αν πράγματι ήμασταν σε θέση να ανταγωνιστούμε στην ευρωπαϊκή και την διεθνή αγορά. Κάναμε απλώς μερικές προσωρινές εξοικονομήσεις και προσαρμογές για να ικανοποιήσουμε τυπικά (και καθόλου ουσιαστικά και διαρθρωτικά) τα κριτήρια για ένταξη μας στη Ευρωζώνη και μόλις τα καταφέραμε συνεχίσαμε το ίδιο βιολί, το τυχοδιωκτικό οικονομικό μοντέλο. Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι κι’ αυτή ακόμα την ένταξη μας στην Ευρωζώνη την αντιμετωπίσαμε τυχοδιωκτικά: ευκαιρία να κερδίσουμε χωρίς να ιδρώσουμε.
Η ένταξη μιας οικονομίας σε μια ένωση πολλών οικονομιών με κοινό νόμισμα και κοινή νομισματική πολιτική υπόσχεται πολλά πλεονεκτήματα για μια μικρή οικονομία, όπως το άνοιγμα νέων αγορών, η ευχέρεια στις συναλλαγές, η εύκολη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου και την τεχνολογία, η μείωση του προστατευτισμού και η ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ πολλών άλλων. Η αξιοποίηση όμως αυτών των πλεονεκτημάτων προϋποθέτει ότι το κράτος μέλος διαθέτει μια οικονομία που είναι έτοιμη ανταγωνιστεί στην κοινή αγορά της Ευρωζώνης.
Η ανταγωνιστικότητα με την σειρά της προϋποθέτει την ανάπτυξη συγκριτικών πλεονεκτημάτων (όπως ψηλή παραγωγικότητα, χαμηλό κόστος παραγωγής, καινοτομία) σε ορισμένους τομείς, όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες. Αντί να επενδύσουμε στην έρευνα, την καινοτομία, την τεχνολογία, την επιχειρηματικότητα και την αποτελεσματική διαχείριση (management) για να αποκτήσουμε πραγματικά και βιώσιμα πλεονεκτήματα επαναπαυθήκαμε στο ήπιο μας κλίμα, τον χαμηλό εταιρικό φόρο, και τα ακίνητα.
Δημιουργήσαμε μια πλασματική οικονομία και στο αποκορύφωμα της φούσκας προσχωρήσαμε στη Ευρωζώνη ουδόλως αναλογιζόμενοι τις συνέπειες. Η υιοθέτηση του κοινού Ευρωπαϊκού νομίσματος άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για απεριόριστο δανεισμό και σπατάλη από το κράτος (και τα νοικοκυριά), ενώ οι τράπεζες μας επιδόθηκαν σε μια ξέφρενη και αλόγιστη κούρσα αγοράς Ελληνικών ομολόγων, δανεισμού σε μη αξιόχρεους δανειστές σε Κύπρο και Ελλάδα και επέκτασης των εργασιών τους ανά την υφήλιο αψηφώντας τα ρίσκα. Έτσι στήθηκε το σκηνικό για όσα ακολούθησαν και φτάσαμε ως εδώ.
Πρώτα μας χτύπησε η αύξηση των τιμών και του κόστους ζωής, καθώς και η υπερτίμηση του Ευρώ που αύξησε το κόστος του τουριστικού μας προϊόντος και σκότωσε την αγορά ακινήτων από τους Άγγλους. Το ξεφούσκωμα της φούσκας των ακινήτων επέφερε και την κατάρρευση του οικοδομικού και κατασκευαστικού τομέα. Ακολούθησε η μείωση των κρατικών εσόδων και η αύξηση των δημοσίων δαπανών που μετέτρεψαν το πλεόνασμα σε έλλειμμα, οι συνεχείς υποβαθμίσεις και ο αποκλεισμός μας από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Η στροφή του κράτους προς τον εγχώριο δανεισμό αποστράγγισε την ρευστότητα στην αγορά και μαζί με την μείωση της ζήτησης λόγω ύφεσης (συνεργούσης και της διεθνούς κρίσης) έφερε μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων και την αύξηση της ανεργίας σε πρωτόγνωρα για την Κύπρο επίπεδα.
Η υπερβολική έκθεση των δύο μεγάλων Κυπριακών τραπεζών στα Ελληνικά ομόλογα και τα επισφαλή δάνεια οδήγησε, μετά και το κούρεμα του Ελληνικού χρέους στη κατάρρευση και του τελευταίου πυλώνα της Κυπριακής οικονομίας, του τραπεζικού και χρηματοοικονομικού συστήματος. Η ανάγκη επανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και χρηματοδότησης του δημόσιου τομέα και αποφυγή στάσεως πληρωμών μας ανάγκασε να προσφύγουμε στον Μηχανισμό Στήριξης της Ευρωζώνης και τα « επαχθή» αλλά αναγκαία μέτρα λιτότητας της τρόικας. Εδώ μας οδήγησε το προσφιλές μας τυχοδιωκτικό οικονομικό μοντέλο και η αλόγιστη είσοδος μας στη Ευρωζώνη χωρίς να κτίσουμε πρώτα την ανταγωνιστικότητα μας.
Και τώρα όλως τυχοδιωκτικά ψάχνουμε για Ρωσικά και Κινέζικα δάνεια για ν’ αποφύγουμε το πικρό φάρμακο της τρόικας. Και εύλογα διερωτώμεθα αν θα ήμασταν σε καλύτερη θέση αν δεν μπαίναμε στην Ευρωζώνη κι’ αν τώρα που είμαστε μέσα αν πρέπει να βγούμε, τυχοδιωκτικά σκεπτόμενοι. Η απάντηση και στα δυο ερωτήματα είναι καθαρή. Αφού δεν ήμασταν ετοιμασμένοι και διατεθειμένοι να ανταγωνιστούμε επάξια ήταν λάθος να μπούμε στην παλαίστρα της Ευρωζώνης. Αν μέναμε έξω όπως η Βρετανία, θα χάναμε τις προοπτικές που προσφέρει το κοινό νόμισμα, αλλά και δεν θα φτάναμε στην σημερινή κατάντια. Ούτε οι τράπεζες μας θα εκτίθεντο σε τέτοιο βαθμό στα Ελληνικά ομόλογα υποτιμώντας το ρίσκο, ούτε το κράτος θα δανειζόταν τόσο εύκολα υποθηκεύοντας το μέλλον του τόπου. Θα μας επηρέαζε ως ένα βαθμό η διεθνής κρίση αλλά θα είχαμε τα εργαλεία ( π.χ. την υποτίμηση του νομίσματος) να αμυνθούμε.
Αφού καλώς ή κακώς βρεθήκαμε μέσα στην Ευρωζώνη, θα ήταν λάθος τώρα να διαλογισθούμε την έξοδο μας για ν’ αποφύγουμε τα πικρά μέτρα που θα μας επιβάλουν οι εταίροι μας για να μας δανείσουν τα δισεκατομμύρια που κακώς τα ξοδέψαμε χωρίς να τα έχουμε. Πέραν των οικονομικών και πολιτικών συνεπειών μιας τέτοιας εξόδου, όπως η πιθανή πτώχευση, οι αλλεπάλληλες υποτιμήσεις, η συνέχιση του αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου κ.τ.λ. , θα στερηθούμε της πίεσης να κάνουμε τις θεμελιώδεις αλλαγές νοοτροπίας, οικονομικού μοντέλου και διάρθρωσης που πρέπει να κάνουμε είτε είμαστε μέσα στην Ευρωζώνη είτε είμαστε εκτός. Θα πρέπει στωικά να δεχθούμε το φάρμακο της τρόικας και να αντλήσουμε το μάθημα από το πάθημα μας για να μην το επαναλάβουμε. Να κτίσουμε ένα νέο βιώσιμο οικονομικό μοντέλο που να στηρίζεται στην οικονομία της γνώσης, την επένδυση στον άνθρωπο, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα, καθώς και στέρεες ηθικές βάσεις και όχι στο βόλεμα, και τον τυχοδιωκτισμό. Ας το πάρουμε πια απόφαση.
Ο Δρ. Θεόδωρος Παναγιώτου είναι Καθηγητής και Διευθυντής του Διεθνούς Ινστιτούτου Διοίκησης Κύπρου (CIIM), Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, τιμήθηκε για τη συνεισφορά του στο Βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη το 2007.




