Την άποψη ότι η αξιολόγηση της Κύπρου ως μη συμμορφούμενης με τα διεθνή πρότυπα ανταλλαγής πληροφοριών από το Παγκόσμιο Φόρουμ του ΟΟΣΑ πρέπει να μπει στην ορθή βάση, εκφράζει ο πρόεδρος του συμβουλίου της Andreas Neocleous & Co LLC, Αντρέας Νεοκλέους.

Σημειώνει παράλληλα πως η Κύπρος θα πρέπει να προσφέρει ένα ανταγωνιστικό φορολογικό και επιχειρησιακό περιβάλλον, αλλά όχι στο βαθμό που άλλες, πιο ισχυρές χώρες θα αντιλαμβάνονται αυτή την πρακτική ως απειλή για τα συμφέροντά τους. «Το σημαντικότερο πλεονέκτημα του τομέα μας, είτε πρόκειται για ιδιώτες, είτε για επιχειρήσεις είτε για την κυπριακή δικαιοδοσία, είναι το «καλό όνομα», η φήμη για ακεραιότητα και αξιοπιστία. Αυτό παίρνει χρόνια για να χτιστεί, αλλά μπορεί να χαθεί σε μια μόνο στιγμή, με καταστροφικές συνέπειες», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Αναλυτικά:

Έχει λάβει σημαντική δημοσιότητα στα χρηματοοικονομικά μέσα ενημέρωσης, το γεγονός ότι η Κύπρος, μαζί με τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, το Λουξεμβούργο  και τις Σεϋχέλλες, έτυχαν αξιολόγησης από το Παγκόσμιο Φόρουμ του ΟΟΣΑ για τη Διαφάνεια και την Ανταλλαγή Πληροφοριών για Φορολογικούς Σκοπούς, ως μη συμμορφούμενες με τα διεθνή πρότυπα διεθνούς ανταλλαγής πληροφοριών. Είναι σημαντικό ωστόσο, να τοποθετηθεί αυτό το ζήτημα με τον ορθό τρόπο και στις σωστές του διαστάσεις.
Η συμμόρφωση με διεθνή πρότυπα ανταλλαγής πληροφοριών αξιολογείται σε δύο φάσεις. Η πρώτη Φάση της αξιολόγησης εστιάζει στην ύπαρξη της απαιτούμενης νομικής και θεσμικής υποδομής και διαδικασιών ώστε να είναι δυνατή η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών. Η δεύτερη Φάση  εστιάζει στην πρακτική εφαρμογή των διαδικασιών. Μόνο οι χώρες που έχουν περάσει ικανοποιητικά την πρώτη Φάση μπορούν να προχωρήσουν στη δεύτερη Φάση. Η Κύπρος υποβλήθηκε σε αξιολόγηση για την πρώτη Φάση το 2011, ενώ η δεύτερη Φάση  ολοκληρώθηκε το Μάρτιο του 2013, στην κορύφωση δηλαδή της τραπεζικής κρίσης. Οι αντίστοιχες εκθέσεις δημοσιεύθηκαν στις 5 Απριλίου 2012 και στις 22 Νοεμβρίου 2013.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Κύπρος αποτελεί μια από τις 50 μόνο δικαιοδοσίες που υποβλήθηκαν σε αξιολόγηση της δεύτερης Φάσης. Άλλες 50 δικαιοδοσίες έχουν υποβληθεί σε αξιολόγηση της πρώτης Φάσης. Για περισσότερες από τις μισές (29 από τις 50) το συμπέρασμα ήταν ότι υπολείπονται τουλάχιστον ενός ουσιώδους στοιχείου και σε περισσότερες από το ένα τέταρο (14 από τις 50) οι ελλείψεις είναι τόσο σοβαρές ώστε να εμποδίζεται η μετάβασή τους στη δεύτερη φάση, έως ότου τύχουν αντιμετώπισης οι εν λόγω ελλείψεις. Αυτές οι 14 δικαιοδοσίες περιλαμβάνουν την Ελβετία, όπου απαιτείται η υιοθέτηση σημαντικής νέας νομοθεσίας ώστε να δημιουργηθεί η απαραίτητη νομική υποδομή.
Η αξιολόγηση της δεύτερης Φάσης εξετάζει τη συμμόρφωση έναντι δέκα κριτηρίων.  Η Κύπρος διαπιστώθηκε ότι, συμμορφώνεται πλήρως με πέντε από αυτά, συμμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό (δηλαδή με μικρές μόνο ελλείψεις) με ένα κριτήριο, συμμορφώνεται μερικώς με δύο κριτήρια και δεν συμμορφώνεται με άλλα δύο. Η Αυστρία, η Τζαμάικα και τα νησιά Μαυρικίου, που πέτυχαν πλήρη συμμόρφωση σε λιγότερους τομείς από την Κύπρο, εξαιρέθηκαν από τη λίστα των μη-συμμορφούμενων δικαιοδοσιών.
Οι τομείς στους οποίους η Κύπρος αξιολογήθηκε ως «μη-συμμορφούμενη» αφορούσαν τη διαθεσιμότητα ιστορικών λογιστικών αρχείων και τη χρήση υποχρεωτικών αρμοδιοτήτων για τη λήψη πληροφοριών. Στην περίπτωση των λογιστικών αρχείων η έκθεση αναγνώρισε ότι ένας από τους δύο λόγους για την αξιολόγηση «μη-συμμορφούμενης» δικαιοδοσίας, ήταν το ότι, για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου παρακολούθησης, τα εμπιστεύματα δεν είχαν καμία υποχρέωση να τηρούν τις σχετικές πληροφορίες, αλλά η νέα νομοθεσία που έχει πρόσφατα εισαχθεί, ικανοποιεί αυτή την απαίτηση. Ο άλλος λόγος ήταν η αποτυχία των εταιρειών να συμμορφωθούν με τη νομική απαίτηση κατάθεσης οικονομικών πληροφοριών. Στην απάντησή τους οι κυπριακές αρχές επεσήμαναν ότι η καθυστέρηση στη λήψη πληροφοριών συνέβη μόνο στις 10 από τις 650 περιπτώσεις που εξετάστηκαν, και ότι στις εννέα από τις δέκα αυτές περιπτώσεις οι πληροφορίες λήφθηκαν αργότερα και στη μία και μόνη εξαιρετική περίπτωση που δεν λήφθηκαν, κινήθηκαν νομικές διαδικασίες. Τόνισαν επίσης ότι ο αριθμός προσωπικού και οι διαδικασίες της αρμόδιας υπηρεσίας ενισχύθηκαν σημαντικά, οδηγώντας σε σημαντική βελτίωση τις επιδόσεις της στην αντιμετώπιση των αιτήσεων για παροχή πληροφοριών, και ότι αυτό το γεγονός σημειώθηκε στην έκθεση αλλά δεν λήφθηκε υπόψη στην αξιολόγηση.
Ο κύριος λόγος για την αξιολόγηση της «μη-συμμόρφωσης» σχετικά με τη χρήση υποχρεωτικών αρμοδιοτήτων ήταν ότι μέχρι το τέλος του 2011, οι αρχές δεν προωθούσαν τη διεξαγωγή οποιασδήποτε έρευνας μέχρις ότου υποβάλλετο φορολογική δήλωση. Όπως αναγνώρισε η έκθεση, αυτή η πολιτική άλλαξε από το τέλος του 2011. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν αντικατοπτριζόταν στην αξιολόγηση για τη συμμόρφωση. Ο άλλος λόγος για την αξιολόγηση της «μη-συμμόρφωσης» ήταν η διαπιστωμένη αποτυχία αποτελεσματικής  χρήσης των εξουσιών που προβλέπει ο νόμος. Στην απάντησή τους οι κυπριακές αρχές επεσήμαναν ότι περίπου 2000 ποινικές διώξεις ασκούνται κάθε χρόνο, πράγμα το οποίο θεωρούν ως αποτελεσματική και ανάλογη αντίδραση. Οι αρχές ανέφεραν επίσης ότι το φαινομενικά χαμηλό ποσοστό συμμόρφωσης στην υποβολή των ετήσιων αποδόσεων οφείλεται εν μέρει στο υψηλό ποσοστό ανενεργών εταιρειών στο συνολικό αριθμό.   
Παρόλο που η υφιστάμενη αξιολόγηση είναι χωρίς αμφιβολία απογοητευτική, δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των συμμετοχικών και χρηματοπιστωτικών δομών και θα πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο ότι μόνο 18 από τις 50 δικαιοδοσίες που αξιολογήθηκαν βρέθηκαν πλήρως συμμορφούμενες. Αρκετά χρηματοοικονομικά κέντρα διεθνούς εμβέλειας δεν βρέθηκαν πλήρως συμμορφούμενα, συμπεριλαμβανομένων των Νησιών Τσιάννελ, της Γερμανίας, του Χονγκ Κονγκ, της Μάλτας, της Ολλανδίας, της Σιγκαπούρης, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά την τραπεζική κρίση και τους ισχυρισμούς περί χαλαρότητας του κυπριακού ρυθμιστικού περιβάλλοντος που προηγήθηκαν, υπήρξε μια γενική απροθυμία όσον αφορά την παραχώρηση του πλεονεκτήματος της αμφιβολίας στην Κύπρο και, η θέση των Κυπριακών αρχών είναι ότι η αξιολόγηση της «μη-συμμόρφωσης» είναι αδικαιολόγητα σκληρή και δεν αντανακλά την κατάσταση όπως είναι σήμερα. Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει τη συνεργασία των φορολογικών αρχών με τα λογιστικά και νομικά επαγγέλματα καθώς και με όλους τους άλλους αρμόδιους φορείς, προκειμένου να διορθωθούν όλες οι αδυναμίες που εντοπίστηκαν και, ότι έχει την πεποίθηση πως θα σημειωθούν σημαντικές βελτιώσεις κατά την επόμενη αξιολόγηση, η οποία θα λάβει χώρα το 2014.
Ο τομέας παροχής επιχειρηματικών υπηρεσιών θα αποτελέσει βασική κινητήρια δύναμη για την ανοικοδόμηση της οικονομίας της Κύπρου, καθότι θα περάσουν ορισμένα χρόνια προτού προκύψουν οποιαδήποτε οφέλη από τυχόν αποθέματα φυσικού αερίου, ενώ άλλοι τομείς είναι απίθανο να τροφοδοτήσουν την ανάκαμψη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποκαταστήσουμε τη ζημιά στις επιχειρήσεις μας και να διασφαλίσουμε ότι, δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Θα πρέπει όλοι μας να καταστούμε ανταγωνιστικοί για να επιβιώσουμε, αλλά αυτό θα πρέπει να γίνει με βιώσιμο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Από την άποψη του φορολογικού και επιχειρησιακού καθεστώτος, αυτό σημαίνει τη διατήρηση της κατάλληλης ισορροπίας. Θα πρέπει να προσφέρουμε ένα ανταγωνιστικό φορολογικό και επιχειρησιακό περιβάλλον, αλλά όχι στο βαθμό που άλλες, πιο ισχυρές χώρες θα αντιλαμβάνονται αυτή την πρακτική μας ως απειλή για τα συμφέροντά τους, κάτι που έχει ήδη συμβεί με μερικές από αυτές, νωρίτερα αυτό το χρόνο. Το σημαντικότερο πλεονέκτημα του τομέα μας, είτε πρόκειται για ιδιώτες, είτε για επιχειρήσεις είτε για την κυπριακή δικαιοδοσία, είναι το «καλό όνομα», η φήμη για ακεραιότητα και αξιοπιστία. Αυτό παίρνει χρόνια για να χτιστεί, αλλά μπορεί να χαθεί σε μια μόνο στιγμή, με καταστροφικές συνέπειες. Επιβάλλεται όλοι μας να εργαστούμε μαζί για να δείξουμε ότι η Κύπρος διατηρεί τα υψηλότερα πρότυπα.