«Η σοβαρή πιστωτική κρίση της Κύπρου θα συνεχίσει για χρόνια να αντηχεί μέσω του τραπεζικού τομέα, καθώς οι καθυστερήσεις και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια πληθαίνουν σταθερά. Μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 2013, έχουν ήδη σχεδόν διπλασιαστεί σε ετήσια βάση».

Αυτό ανέφερε ο Εμμανουήλ Σχίζας, Ανώτερος Οικονομικός Αναλυτής του ACCA σε παρουσίαση του σχετικά με τα ανέκδοτα μέχρι στιγμής αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου του 2013, της έρευνας του οργανισμού για τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες.

«Στον απόηχο της διάσωσης, είναι σαφές» τόνισε ο κ. Σχίζας «ότι θα δούμε από την έρευνα και τα ανέκδοτα αποδεικτικά στοιχεία πως ο τραπεζικός τομέας της Κύπρου δεν έχει φτάσει σε αρκετά υγιές επίπεδο ώστε να εμπνέει την εμπιστοσύνη στους καταθέτες, γι’ αυτό και ως αποτέλεσμα δεν μπορεί να  παρατείνει τα δάνεια στις επιχειρήσεις. Μάλιστα, αν θα προκύψει μια ωφέλιμη κληρονομιά από τη διάσωση της Κύπρου, θα φανεί ως επί το πλείστον στην υπόλοιπη Ευρώπη και πιο πέρα, όπου οι αρχές, παρά τις εκάστοτε αρνήσεις, έχουν αποδεχθεί τη διάσωση ως μια νόμιμη απόφαση ήδη από τα μέσα του 2012. Περίπου ένα στα πέντε μέλη του ACCA και IMA πιστεύει ότι η διάσωση μπορεί να προκύψει και στις δικές τους χώρες μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια». 

«Η διάσωση της Κύπρου ήταν ένα τραγικό γεγονός που έγινε πρωτοσέλιδο και έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου ανά τον κόσμο. Ωστόσο αυτό ήταν ένα πολύ μικρό χαράκωμα στην ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας που συντηρείται από πιστώσεις με χαμηλά επιτόκια.

Άξιο αναφοράς είναι ότι τα μέλη μας που συμμετείχαν στη μελέτη του δεύτερου τριμήνου του 2013, θεωρούσαν ότι οι αρχές που διέπουν τη διάσωση είναι λογικές: δηλαδή περιορισμός της έκθεσης του φορολογούμενου, διάσωση των πιστωτών και ιδιαίτερα των ανώτερων ομολογιούχων» ανέφερε ο κ. Σχίζας. Από την άλλη, είναι εμφανές σύμφωνα με τον κ. Σχίζα, πως τα μέλη δεν είδαν με καλό μάτι την απόφαση των αρχών να διασώσει τις καταθέσεις αλλά όχι τις διεκδικήσεις της ΕΚΤ στις κυπριακές τράπεζες, καθώς και την ανάγκη για έλεγχο του κεφαλαίου.

Τέλος ο κ. Σχίζας εξέφρασε την άποψη πως «Πέρα από την Κύπρο, οι χώρες με τον μεγαλύτερο κίνδυνο φαίνεται πως είναι η Μάλτα, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Ελλάδα και η Ιταλία. Μελλοντικές επεμβάσεις, ωστόσο, είναι πιο πιθανό να περιλαμβάνουν  θεσπισμένα όργανα διάσωσης, ως εναλλακτική για τις καταθέσεις που δεν είναι στον πυρήνα του τραπεζικού συστήματος, και θα πρέπει να γίνουν με καθορισμένη ιεραρχία και υπολογισμό των διεκδικήσεων».

Τι μας διδάσκει η εμπειρία της Ελλάδας

Μια διαπίστωση του κ. Σχίζα ήταν πως για την Κύπρο, το σημείο εκκίνησης ήταν πολύ διαφορετικό απ’ αυτό της Ελλάδας:  «δεν υπάρχει συντριπτική διαφορά ανταγωνιστικότητας με τους εταίρους της Ευρωζώνης. Πράγματι, η Κύπρος ήταν μέσα στα όρια, όσον αφορά στα δημοσιονομικά αλλά και στην ανταγωνιστικότητα. Τα αρχικά αποτελέσματα από την πρώτη αναθεώρηση του ΔΝΤ είναι σε γενικές γραμμές ενθαρρυντικά».

«Παρόλ’ αυτά», συνέχισε «μπορούμε να πάρουμε μερικά μαθήματα από το ελληνικό πρόγραμμα. Πρώτα απ’ όλα υπάρχει ανάγκη για πιο νηφάλιες και λιγότερο αισιόδοξες προβλέψεις. Οι ερευνητές του ΔΝΤ έχουν γενικά αποδεκτεί ότι είτε υποτίμησαν τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές ή υπερεκτίμησαν τις δυνατότητες των χωρών υπό διάσωση. Είτε έτσι είτε αλλιώς, οι προβλέψεις πρέπει να αντικατοπτρίζουν αυτό το συμπέρασμα.

Δεύτερον, είναι σημαντικό για τις αρχές να αναλάβουν την κυριότητα του προγράμματος προσαρμογής και να επιλέξουν ένα μείγμα μεταρρυθμίσεων, εσόδων, δαπανών και παρεμβάσεων, τα οποία να μπορούν να υπερασπιστούν σαν δικά τους. Μερικοί συνδυασμοί είναι καλύτεροι από άλλους. Όμως - αμφιλεγόμενα - οι καλύτεροι συνδυασμοί βασίζονται ουσιαστικά σε περικοπές ωφελημάτων (σύνταξη και εθνική ασφάλιση). Επιπλέον, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν πρέπει εύκολα να θεωρούν ότι μπορούν να αποφύγουν τα μέτρα που βασίζονται στα έσοδα, π.χ. την επιπλέον φορολογία. Η δημοσιονομική προσαρμογή άνω των 4% συνήθως είναι αδύνατη χωρίς αυξήσεις της φορολογίας.

Τρίτον, η βιωσιμότητα του χρέους πρέπει να αντιμετώπιζεται ως αυτό που είναι: ένας κινούμενος στόχος. Αυτοί που χαράζουν πολιτική δεν πρέπει να επαναπαύονται σε αυθαίρετα κριτήρια, αλλά μάλλον να επιδιώκουν στόχους που έχουν νόημα για την περίσταση.

Τέλος, στην πρόβλεψη μακροοικονομικών μεταβλητών είναι εξαιρετικά σημαντικό να κοιτάζουμε πέρα από τους δείκτες. Στις εκτιμήσεις της αγοράς εργασίας, είναι σημαντικό να προβλέπεται ποιοι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να μείνουν άνεργοι. Οι συνέπειες για την πολιτική που ακολουθείται είναι πολύ σημαντικές».