Η ενδιάμεση έκθεση για την υλοποίηση μιας ουσιαστικής Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης (ΟΝΕ), θα είναι το κύριο θέμα συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου. Η έκθεση ετοιμάστηκε από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπέι ο οποίος κλήθηκε τον Ιούνιο από τους αρχηγούς κρατών και Κυβερνήσεων της ΕΕ, να αναπτύξει, σε στενή συνεργασία με τον Πρόεδρο της Επιτροπής, τον Πρόεδρο του Eurogroup και τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έναν συγκεκριμένο και χρονικά δεσμευτικό οδικό χάρτη για την υλοποίηση μιας ουσιαστικής Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης.
Η ενδιάμεση έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο «Προς μια ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ενωση» βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ιδέες και προτάσεις που διατυπώθηκαν σε μια σειρά διμερών συνεδριάσεων το Σεπτέμβριο με όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Πρόεδρό του.
Στόχος της έκθεσης είναι να τονιστούν τα σημεία σύγκλισης και να υπογραμμιστούν οι τομείς στους οποίους απαιτούνται περαιτέρω εργασίες για την τελική έκθεση που προβλέπεται το Δεκέμβριο.
Οι απόψεις που εκτίθενται στην έκθεση εστιάζονται στα κράτη μέλη της ζώνης ευρώ καθόσον αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες προκλήσεις που οφείλεται στο γεγονός ότι μοιράζονται ένα κοινό νόμισμα.
Βάσει της ενδιάμεσης έκθεσης και λαμβανομένης υπόψη της ανταλλαγής απόψεων κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 18ης και 19ης Οκτωβρίου, καθώς και των συμπερασμάτων του, θα παρουσιαστεί κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 13ης και 14ης Δεκεμβρίου συγκεκριμένος και χρονικά δεσμευτικός οδικός χάρτης για την υλοποίηση μιας ουσιαστικής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.
Στην ενδιάμεση έκθεση αναφέρεται ότι η έλλειψη κοινών εργαλείων για την εξυγίανση των τραπεζών παρεμπόδισε την αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης, αυξάνοντας το κόστος στήριξης του χρηματοπιστωτικού τομέα για τους φορολογούμενους, καθώς και τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική σταθερότητα.
Υπογραμμίζεται ότι είναι απαραίτητη η εγκαθίδρυση ενός ολοκληρωμένου χρηματοπιστωτικού πλαισίου για την επίτευξη της ουσιαστικής ΟΝΕ.
Το ενοποιημένο χρηματοοικονομικό πλαίσιο, αναφέρεται, πρέπει να περιλαμβάνει μια ενιαία εποπτική αρχή, ένα κοινό πλαίσιο εξυγίανσης που θα εφαρμόζεται από μια κοινή αρχή εξυγίανσης, και εθνικά συστήματα εγγύησης των καταθέσεων που θα βασίζονται σε κοινά πρότυπα.
Με το νέο σχέδιο νομοθετικής πράξης που έχει καταθέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προτείνεται η σύσταση ενός ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ) που θα υπάγεται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα καλύπτει τη ζώνη ευρώ και θα είναι ανοικτός σε όλα τα κράτη μέλη.
«Η έγκριση του ΕΕΜ αποτελεί προτεραιότητα», αναφέρεται στην έκθεση.
Προστίθεται ότι εν προκειμένω, υφίστανται τρία σημαντικά στοιχεία: πρώτον, σαφής διαχωρισμός μεταξύ της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και των εποπτικών καθηκόντων, δεύτερον, ισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όλων των κρατών μελών που συμμετέχουν στις νέες εποπτικές ρυθμίσεις και τρίτον, κατάλληλη λογοδοσία του νέου ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, και προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Σημειώνεται ακόμη ότι τα αξιόπιστα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων θα διαδραματίσουν σημαντικό προληπτικό ρόλο για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η νομοθετική πρόταση για την εναρμόνιση των εθνικών συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη του στόχου αυτού και εγκαθιδρύει μια ισχυρή γενική αρχή προκειμένου τα εν λόγω συστήματα να χρηματοδοτούνται επαρκώς με συνεισφορές από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ενώ θα εξασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ διαφόρων συστημάτων, αναφέρεται.
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η κρίση ανέδειξε τα υψηλά επίπεδα αλληλεξάρτησης μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης αλλά και εκτός αυτής.
«Απέδειξε ότι οι εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές αποτελούν ζήτημα ζωτικού κοινού ενδιαφέροντος. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται να συμπληρωθεί το ισχύον πλαίσιο εποπτείας και συντονισμού των δημοσιονομικών πολιτικών με ένα πλαίσιο για ακόμη πιο έγκαιρο εκ των προτέρων συντονισμό, όπως προτείνεται στη «δίπτυχη δέσμη», και να εφαρμοσθεί βαθμιαία ένα πλήρως ενοποιημένο δημοσιονομικό πλαίσιο».
Κατά τον τρόπο αυτό, αναφέρεται στην έκθεση, θα εξασφαλισθούν υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες θα συμβάλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μακροοικονομική σταθερότητα.
Περαιτέρω, αναφέρεται ότι βραχυπρόθεσμα έχουν προτεραιότητα η συμπλήρωση και υλοποίηση των νέων μέτρων για ισχυρότερη οικονομική διακυβέρνηση. Το νέο αυτό πλαίσιο διακυβέρνησης θα προβλέπει των εκ των προτέρων συντονισμό των ετήσιων προϋπολογισμών των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ και θα ενισχύει την εποπτεία όσων αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες.
«Η ενίσχυση της πειθαρχίας δεν αρκεί ωστόσο. Σε πλέον μακροπρόθεσμο πλαίσιο επιβάλλεται να διερευνηθεί η δυνατότητα να ληφθούν μέτρα πέραν αυτών που προβλέπονται ήδη, ώστε να ενισχυθεί η οικονομική διακυβέρνηση με τη βαθμιαία ανάπτυξη δημοσιονομικής ικανότητας για την ΟΝΕ», παρατηρεί η έκθεση.
Σημειώνεται ότι η εν λόγω ικανότητα θα στήριζε νέες δημοσιονομικές λειτουργίες που δεν καλύπτονται από το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, αλλά θα πρέπει να εξετασθούν τρόποι ανάπτυξης αυτής της ικανότητας εντός του πλαισίου της ΕΕ και των θεσμικών οργάνων της.
Προκειμένου να παραμείνει άκρως ελκυστική κοινωνική οικονομία της αγοράς και να διατηρήσει το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, η ΕΕ πρέπει να είναι ανταγωνιστική σε παγκόσμιο επίπεδο η δε νομισματική ένωση να αποφεύγει τις υπερβολικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα, ώστε κάθε χώρα να μπορεί να προσαρμόζεται ομαλά και γρήγορα στους κλυδωνισμούς.
Η έκθεση επισημαίνει ότι σημαντικοί παράγοντες, εν προκειμένω, είναι η ευελιξία όσον αφορά τις τιμές σε όλο το εύρος της οικονομίας καθώς και η ικανότητα διαχείρισης κρίσεων που προκαλούνται από τη διόγκωση των περιουσιακών στοιχείων και της πίστωσης.
Προστίθεται ότι πρέπει να εξευρεθεί η λεπτή ισορροπία μεταξύ, αφενός, της ανάγκης να διατηρηθούν η αυτονομία πολιτικής και ικανότητα προσαρμογής των κρατών μελών και, αφετέρου, της εκτέλεσης των μέτρων για την πρόληψη της συσσώρευσης ανισορροπιών και τη διευκόλυνση των προσαρμογών των τιμών και του κόστους.
«Αυτό έχει ουσιώδη σημασία για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές πολιτικές είναι
προσανατολισμένες προς την ισχυρή και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση και δεν υπονομεύουν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα της ζώνης του ευρώ συνολικά», αναφέρεται στην έκθεση.




