Την ώρα που ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Πανίκος Δημητριάδης υποδεχόταν εκπροσώπους των νέων μετόχων της Τράπεζας Κύπρου για εισηγήσεις για τα νέα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ο ΔΗΣΥ μέσω του Πρόδρομου Προδρόμου εξέφραζε για ακόμα μία φορά τη διαφωνία του στην εμπλοκή του κεντρικού τραπεζίτη στο θέμα.

Μάλιστα, χαρακτηρίζει ως εντελώς αντιδεοντολογική και πιθανότατα επιζήμια την ανάμιξη του διοικητή της Κεντρικής στη διαδικασία επιλογής μελών του δ.σ. τράπεζας.

«Είναι εντελώς ανεπίτρεπτο η εποπτική αρχή του τραπεζικού συστήματος να αναμειγνύεται στο σχηματισμό και τη σύσταση του διοικητικού συμβουλίου μιας τράπεζας την οποία καλείται να εποπτεύει. Είναι αδιανόητο ο επόπτης να πρέπει να εποπτεύσει σώμα για το οποίο έστω και έμμεσα έχει ο ίδιος την ευθύνη επιλογής του», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Συμφωνούμε, σημειώνει, ότι τα πολιτικά κόμματα δεν πρέπει να αναμειγνύονται με τις τραπεζικές υποθέσεις και το σχηματισμό του διοικητικού συμβουλίου. Όπως όμως τα κόμματα δεν πρέπει να αναμιχθούν, ακόμα περισσότερο είναι αδιανόητο τέτοια ανάμιξη να έχουν οι εποπτικές αρχές, προστίθεται.

«Η εικόνα που παρουσιάζεται αυτές τις μέρες, με το διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας να διαβουλεύεται είτε με συγκεκριμένες ομάδες μετόχων είτε με εκπροσώπους τους ή άλλες ομάδες συμφερόντων, σχετικά με τη σύσταση του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου και την επιλογή των μελών του, είναι προβληματική και οπωσδήποτε αντιδεοντολογική.

Στη συνέχεια ο βουλευτής του ΔΗΣΥ θέτει μία σειρά ερωτημάτων:

 Πώς θα εφαρμόσει στη συνέχεια τις πρόνοιες της νομοθεσίας (Οδηγίες δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου) και των Ευρωπαϊκών Οδηγιών, κρίνοντας την καταλληλότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου αν προηγουμένως έχει ο ίδιος εμπλακεί στην επιλογή τους;
 Δεν πλήττει με αυτό τον τρόπο το τεκμήριο της ακεραιότητας της Κεντρικής ως προς την άσκηση εποπτείας έναντι της συγκεκριμένης τραπεζικής διοίκησης;
 Ποιά είναι τα εχέγγυα αντικειμενικής στάσης της Κεντρικής και ισονομίας για το πλήθος των άλλων μετόχων της Τράπεζας Κύπρου, όταν οι τελευταίοι βλέπουν τον ίδιο το διοικητή να διαβουλεύεται και να αναζητεί επιλεκτικά διακανονισμούς με μια μερίδα μετόχων;

Ο έλεγχος της Κεντρικής και του διοικητή, μέσω της διαχειρίστριας, ενός ποσοστού της τάξης του 18% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας, είναι μια παραδοξότητα που θα πρέπει να εξαληφθεί.

«Η μέθοδος της ανάμιξης της Κεντρικής Τράπεζας σε κάποιες διαβουλεύσεις για την επιλογή μελών του συμβουλίου δεν είναι η ενδεδειγμένη. Είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει ανυπέρβλητα νομικά και άλλα προβλήματα, αλλά και να υπονομεύσει την απαραίτητη ανοικοδόμηση κλίματος εμπιστοσύνης και έτσι τελικά να αντιστρατεύεται την ίδια την προσπάθεια αναδιάρθρωσης και ομαλής επαναλειτουργίας της τράπεζας», τονίζεται.