Η Λαϊκή Τράπεζα αποτέλεσε από την πρώτη μέρα διορισμού του Πανίκου Δημητριάδη στη θέση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα είχε να αντιμετωπίσει το επόμενο διάστημα.

Δεν είναι τυχαίο που στο εισαγωγικό του σημείωμα που κατέθεσε ενώπιον της ερευνητικής επιτροπής για την οικονομία ξεκινά αναφέροντας πως ανέλαβε καθήκοντα ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στις 3 Μαΐου 2012 και την ίδια ημέρα συμμετείχε σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Βαρκελώνη. «Την ίδια ημέρα ο τότε Υπουργός Οικονομικών, κύριος Βάσος Σιαρλή, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί μου και με ενημέρωσε για την κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της Λαϊκής Τράπεζας με ημερομηνία αναφοράς 31 Μαρτίου 2012 ανερχόταν σε 4,05% και συνεπώς υπολειπόταν σημαντικά έναντι του 8% που απαιτείτο κατ' ελάχιστο με βάση τις σχετικές Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και έναντι του ελάχιστου ορίου του 9% για τα βασικά πρωτοβάθμια κεφάλαια που είχε τεθεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και το οποίο έπρεπε να διασφαλιστεί μέχρι τις 30 Ιουνίου 2012. Περί τα μέσα Μαΐου 2012 διαφαινόταν ήδη, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Λαϊκής Τράπεζας, ότι από το ποσό των €1,8 δισεκατομμυρίων της προγραμματιζόμενης αύξησης κεφαλαίου, μόνο ένα ποσό της τάξης των €300 εκατομμυρίων θα μπορούσε να συγκεντρωθεί από ιδιώτες, θυμάται ο διοικητής.

Υπεραμυνόμενος της απόφασης για στήριξη τα Λαϊκής Τράπεζας μέσω του ELA έκανε αναφορά στην απόφαση των Αρχηγών των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Οκτωβρίου 2011 να στηρίξουν όσες τράπεζες δεν διασφάλιζαν τα ελάχιστα κεφάλαια που είχε απαιτήσει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών μέχρι τις 30 Ιουνίου 2012. «Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου λαμβάνοντας υπόψη τη συστημική σημασία της Λαϊκής Τράπεζας και τις γενικότερες αρνητικές συνέπειες μιας ανεπιτυχούς έκβασης του προγράμματος ανακεφαλαιοποίησης, εισηγήθηκε να ενεργοποιηθεί ο νόμος για τις χρηματοοικονομικές κρίσεις και να αναλάβει η Κυβέρνηση ρόλο αναδόχου της προγραμματιζόμενης αύξησης κεφαλαίου», σημείωσε. Πρόσθεσε δε, πως αν η Λαϊκή Τράπεζα δεν λάμβανε κρατική στήριξη τον Ιούνιο του 2012 και γινόταν ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και εκκαθάριση, ασφαλισμένες καταθέσεις €7,3 δισεκατομμύρια θα χάνονταν. «Μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των ασφαλισμένων καταθέσεων, ίσως λιγότερο από 2%, θα μπορούσε να καταβληθεί από τα τότε διαθέσιμα του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων». Για το υπόλοιπο μέρος, δεδομένου ότι το κράτος δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για το σκοπό αυτό, οι ασφαλισμένοι καταθέτες θα έπρεπε να αναμένουν μια μερική αποζημίωση σε βάθος χρόνου από τη ρευστοποίηση όσων στοιχείων ενεργητικού δεν χρησιμοποιούνταν ως εξασφαλίσεις. Όλοι οι καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας θα είχαν απολέσει σχεδόν όλη τη ρευστότητά τους γεγονός που θα οδηγούσε στην κατάρρευση του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος και στο να τεθεί εν αμφιβόλω η παραμονή της Δημοκρατίας εντός της ευρωζώνης.

«Η εντός εισαγωγικών "εναλλακτική λύση" που μόλις περιέγραψα αποτελεί κατά τη γνώμη μου τη μόνη ειλικρινή απάντηση στα ερωτήματα που και ο πλέον καλόπιστος κριτής εύλογα θέτει σήμερα, όπως "ήταν απαραίτητη η κρατική στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας τον Ιούνιο του 2012;" ή "γιατί δεν διέκοψε η Κεντρική Τράπεζα την παροχή επείγουσας ρευστότητας προς τη Λαϊκή Τράπεζα;", ανέφερε με νόημα ο Πανίκος Δημητριάδης.

Παρά τις εκτιμήσεις της τότε διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας, η στήριξη αυτή δεν κατάφερε να καταστήσει ελκυστική την αύξηση κεφαλαίου και να προσελκύσει έστω το μικρό σχετικά ποσό που αναμενόταν από ιδιώτες. Συγκεκριμένα η συμμετοχή ιδιωτών στην αύξηση κεφαλαίου ανήλθε σε μόλις €3 εκατομμύρια με αποτέλεσμα η Κυπριακή Δημοκρατία να καλύψει στη συνέχεια το σύνολο σχεδόν της αύξησης των €1,8 δισεκατομμυρίων.  Σύμφωνα με τον διοικητή, η αποτυχία της τότε διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας να προσελκύσει ιδιώτες επενδυτές οδήγησε την Κεντρική Τράπεζα ως θέμα αρχής να ζητήσει από τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου να αποχωρήσει, ανεξάρτητα από το αν η τότε Κυβέρνηση, μετά την κρατική στήριξη, επιθυμούσε επίσης την αποχώρησή του.

Λίγες ημέρες πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 30ης Ιουνίου 2012 και την κρατική στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας, συγκεκριμένα στις 25 Ιουνίου 2012, ο οίκος αξιολόγησης Fitch υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας κάτω από την ελάχιστη βαθμίδα που έχει θέσει το Ευρωσύστημα ως προϋπόθεση για να αποδέχεται κυβερνητικά ομόλογα ως εξασφάλιση.
Δεδομένου, σημείωσε,  ότι και οι υπόλοιποι οίκοι αξιολόγησης είχαν ήδη υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα κυπριακά κυβερνητικά ομόλογα έπαψαν να γίνονται αποδεκτά ως εξασφάλιση για πιστοδοτικές πράξεις Ευρωσυστήματος. Η υποβάθμιση αυτή, πέρα από το ότι περιόριζε την πρόσβαση σε ρευστότητα από το Ευρωσύστημα για όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που κατείχαν κυπριακά κυβερνητικά ομόλογα, ήταν ιδιαίτερα αρνητική για τη Λαϊκή Τράπεζα καθώς οδηγούσε σε μείωση της αξίας του κυβερνητικού ομολόγου, το οποίο θα εισέφερε η Κυβέρνηση στη Λαϊκή Τράπεζα για να καλύψει την αύξηση κεφαλαίου. «Υπό αυτά τα δεδομένα και κατόπιν συνεννόησης με τον τότε Υπουργό Οικονομικών, εισηγήθηκα στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας να υποβληθεί αίτημα για χρηματοδοτική στήριξη της Δημοκρατίας μέσω προγράμματος».

Η κρατική στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας, πρόσθεσε, είχε ως αποτέλεσμα οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας να βελτιωθούν, βελτίωση η οποία όμως ήταν πρόσκαιρη καθώς οι δείκτες επιδεινώθηκαν εκ νέου στις 31 Αυγούστου 2012 όταν ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα του 1ου εξαμήνου του 2012. Μιλώντας ενώπιον της επιτροπής, ανέφερε πως ο ELA αυξήθηκε το καλοκαίρι του 2012 λόγω της κατάστασης στην Ελλάδα. Την ίδια περίοδο, ανέφερε ο Πανίκος Δημητριάδης, οι ελληνικές τράπεζες είχαν λάβει ELA 120δις ευρώ.

Ακόμα και αν εξέλιπε η ανάγκη για επείγουσα ρευστότητα, η Κεντρική Τράπεζα χρειαζόταν στέρεα διασφάλιση της ανακεφαλαιοποίησης ώστε να διατηρήσει την άδεια λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας, σημείωσε ο διοικητής. Η διασφάλιση αυτή δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να είναι άλλη από τη χρηματοδοτική στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρόσθεσε. Η φερεγγυότητα των δυο μεγαλύτερων πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας, τόνισε ο Πανίκος Δημητριάδης, στηριζόταν στην προοπτική της χρηματοδοτικής στήριξης της Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. «Χωρίς την προοπτική αυτή, η Κεντρική Τράπεζα όφειλε εκ του νόμου να διακόψει την παροχή επείγουσας ρευστότητας και να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου βυθίζοντας έτσι στο σκοτάδι το χρηματοπιστωτικό σύστημα και κατ' επέκταση την οικονομία της χώρας».

Για το σχέδιο που έκανε η KPMG για τη Λαϊκή Τράπεζα το καλοκαίρι του 2012, ανέφερε πως η ευρωπαϊκή επιτροπή το είχε απορρίψει αρχικά γιατί μιλούσε για δημιουργία asset management company και πώληση δανείων σε πολύ ψηλή τιμή κάτι που δεν θεωρήθηκε εφικτό και γι’ αυτό ζητήθηκε αναθεώρησή του.

Στον αναπνευστήρα από Ευρωπαίους

Από τη στιγμή που Ευρωπαίοι αξιωματούχοι άρχισαν περί τα τέλη του 2012 να θεωρούν ότι η τότε Κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να υπογράψει Μνημόνιο και προέβαιναν σε δημόσιες τοποθετήσεις ότι το Μνημόνιο θα υπογραφόταν από τη νέα Κυβέρνηση, το σύνολο της οικονομίας μπήκε στον αναπνευστήρα μέχρι τις εκλογές.

Μπαράζ επιστολών

Στο ενδιάμεσο, ο Π. Δημητριάδης με επιστολή ημερομηνίας 5 Οκτωβρίου του 2012 ενημέρωνε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας πως σε συνεδρία της ΕΚΤ διαπιστώθηκε πως οι κυπριακές Αρχές προχωρούσαν αργά σε κατάληξη μνημονίου. Σημειώνει δε πως η ΕΚΤ τους ενημέρωσε πως αν δεν προχωρούσαν ταχύτερα θα διέκοπταν την παροχή ρευστότητας στη Λαϊκή.
Στις 18 Νοεμβρίου 2012 σε επιστολή προς τον Δημήτρη Χριστόφια του ανέφερε πως ήρθαν σε καταρχήν συμφωνία με την τρόικα σε όλα τα επιμέρους θέματα για τον τραπεζικό τομέα. Πρόσθετε δε, πως συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα δέχεται πιέσεις και αν συνεχίσει η εκροή καταθέσεων η Κεντρική θα αναγκαστεί να λάβει μέτρα ο αντίκτυπος των οποίων θα έχει συνέπειες προς ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα.
Στις 19 Νοεμβρίου απέστειλε επιστολή και στον Νίκο Αναστασιάδη και στην οποία τον ενημέρωνε για την ημερομηνία διακοπής του ELA. Στη συνέχεια είχε τηλεφωνική επικοινωνία και με Χριστόφια και με Αναστασιάδη. Προέτρεψε τον Δ. Χριστόφια να μην κάνει δηλώσεις που να ανησυχούν τον κόσμο κα να προχωρήσει τάχιστα στη συνομολόγηση μνημονίου.

Στέγνωσε από εξασφαλίσεις

Λίγες ημέρες μετά το Eurogroup της 21ης Ιανουαρίου 2013 η δυνατότητα της Λαϊκής Τράπεζας για άντληση επείγουσας ρευστότητας έφτασε σε οριακά επίπεδα λόγω της μείωσης της αξίας των διαθέσιμων εξασφαλίσεων. Χαρακτηριστικά ανέφερε στην Επιτροπή: «Τότε, είχαν εξαντληθεί τα ενέχυρα που μπορούσε να βάλει η τράπεζα για να λάβει ρευστότητα. Τις είχαν απομείνει μόνο περιουσιακά στοιχεία 20εκ. ευρώ».
Απο τα μέσα Ιανουαρίου 2013, σημείωσε, η κατάσταση ρευστότητας της Λαϊκής έγινε δραματική.  Τον Φεβρουάριο του 2013 άρχισαν πάλι εκροές γιατί υπήρχαν δημοσιεύματα για κούρεμα καταθέσεων.
Σε 20 μέρες τον Φεβρουάριο, πρόσθεσε, η Λαϊκή έχασε καταθέσεις 400εκ. ευρώ. Παράλληλα, το ποσό που είχε στη διάθεση της η τράπεζα ήταν περίπου 270εκ. ευρώ. Από 1-15 Μαρτίου η τράπεζα είχε εκροές 550εκ. ευρώ και τα διαθέσιμα ήταν 156εκ. ευρώ.

Επιστολή υπό πίεση

Σχολιάζοντας την επιστολή προς τον Τάκη Φειδία, τότε προσωρινό διευθύνοντα σύμβουλο της Λαϊκής Τράπεζας, τον Φεβρουάριο του 2013 με την οποία τον διαβεβαίωνε πως δεν πρόκειται να γίνει κούρεμα, απάντησε πως αυτό έγινε μετά από νομική εισήγηση και μετά από πιέσεις από τις ίδιες τις τράπεζες οι οποίες είχαν μεγάλες πιέσεις εκροής καταθέσεων μετά το δημοσίευμα των Financial Times για κούρεμα καταθέσεων.