Επιστολές διαμαρτυρίας στο Υπουργείο Υγείας, στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στην Επίτροπο Διοικήσεως  υπέβαλε ο Αντιρευματικός Σύνδεσμος Κύπρου, για την πρόχειρη κι αδικαιολόγητη όπως χαρακτήρισε την πολιτική του Υπουργείου Υγείας αναφορικά με τα νέα νοσηλεία που επιβλήθηκαν στους ασθενείς. 
 
Όπως τόνισε ο πρόεδρος του Αντιρευματικού Συνδέσμου Μάριος Κουλούμας, έλαβαν την υπόσχεση ότι η Βουλή θα συζητήσει το θέμα μετά τις θερινές διακοπές, ενώ σημείωσε ότι ο Σύνδεσμος προτίθεται να κινηθεί και δικαστικώς, γιατί υπάρχει ειδική σύσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση την οποία δεν γίνεται να λαμβάνονται αποφάσεις χωρίς πρώτα να μοιραστούν με τους άμεσα επηρεαζόμενους τους προβληματισμούς ή ανησυχίες τους. «Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν καλέσει κανένα. Δεν γνωρίζουμε πως έλαβαν αυτές τις αποφάσεις. Οι αποφάσεις λήφθηκαν χωρίς να μελετήσουν τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν στην υγεία και στο εισόδημα των ασθενών. Εμείς θα αντιδράσουμε και θα κινηθούμε και στην ΕΕ, για να διασφαλίσουμε τα δικαιώματά μας, γιατί μας έχουν αδικήσει», σημείωσε. Πρόσθεσε ότι η υγεία είναι έσοδο για το κράτος. «Έρευνα της ΕΕ κατέδειξε ότι αν προσφέρονται καλά συστήματα υγείας, τότε ο υγιής πληθυσμός εξοικονομά περισσότερα κονδύλια στο κράτος», υπογράμμισε. 
 
Η ρευματοπάθεια, όπως είπε, είναι μία πιο δαπανηρές ασθένειες κι οι ρευματοπαθείς μία από τις μεγαλύτερες ομάδες ασθενών. «Είναι απαράδεχτη η διάκριση αυτή. Η ρευματοπάθεια είναι μια ασθένεια από την οποία επέρχονται πολλά άλλα προβλήματα κι ο ασθενής χρήζει φαρμακευτικής θεραπείας, αλλά και τακτικών εργαστηριακών αναλύσεων, ώστε να ελέγχει την κατάστασή του», είπε. Εξήγησε ότι αν ο ασθενής επιφορτίζεται κάθε φορά με το ανάλογο κόστος (€3.00 για επίσκεψη σε γενικό γιατρό, €6.00 για επίσκεψη σε ειδικό γιατρό, €0.50 για κάθε χορηγούμενο φάρμακο και για κάθε εργαστηριακή εξέταση με μέγιστη δυνατή χρέωση τα €10.00 ανά συνταγή), οι ρευματοπαθείς θα πληρώνουν το μέγιστο του ποσού, οπότε θα σταματήσουν κατά πάσα πιθανότητα να κάνουν τις αναλύσεις, με αποτέλεσμα να επιβαρύνουν την υγεία τους. «Οι χρόνιοι ασθενείς ανήκουν στις ευάλωτες ομάδες πληθυσμού και θα πληγούν ανεπανόρθωτα», κατέληξε.