Οι εξελίξεις που έζησε η Κύπρος το βράδυ της Πέμπτης, προκάλεσαν την έντονη ανησυχία σε σχέση με το μέλλον των τραπεζών μας και ειδικά της Λαϊκής, του κοινού και επιχειρηματικού κόσμου, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.

Όλοι έχουμε ακούσει το τελευταίο πενθήμερο για «καλή» και «κακή» τράπεζα καθώς και για το νέο Νομοσχέδιο που ψηφίστηκε από την Βουλή των Αντιπροσώπων την Παρασκευή 22.03.2013, για την εξυγίανση των Πιστωτικών ιδρυμάτων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (o «Νόμος»).

Ειδικός Διαχειριστής

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου («Αρχή Εξυγίανσης») έχει διορίσει, στη Λαϊκή την κ. Άντρη Αντωνιάδου και στην Τράπεζα Κύπρου τον κ. Ντ. Χριστοφίδη ως Ειδικούς Διαχειριστές.
Η κ. Αντωνιάδου είναι μέλος του Ινστιτούτου Ορκωτών Λογιστών (Institute of Certified Chartered Accountants) με 28 χρόνια εμπειρία στον τραπεζικό τομέα) και ο κ. Χριστοφίδης είναι Fellow Member του Institute of Bankers, με 9 χρόνια εμπειρίας σε διεθνείς εταιρείες και 32 χρόνια εμπειρίας σε δύο διεθνείς τράπεζες.
Τόσο στην κ. Αντωνιάδου όσο και στον κ. Χριστοφίδη ευχόμαστε ό,τι καλύτερο και κάθε επιτυχία στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. 

Όσον αφορά στη Λαϊκή, η κ. Αντωνιάδου έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της ανάληψης της διοίκησης της καθώς επίσης και το διαχωρισμό της σε «καλή» και «κακή» τράπεζα, θέτοντας σε εφαρμογή τον Νόμο, τους Κανονισμούς και τις οδηγίες της Αρχής Εξυγίανσης.

Στην «κακή» τράπεζα θα παραμείνουν τα «τοξικά» περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή τα δάνεια τα οποία δεν εξυπηρετούνται και/ή υπάρχουν καθυστερήσεις στις πληρωμές τους καθώς και τις υποχρεώσεις της τράπεζας έναντι των δανειστών και πιστωτών της. Με αυτόν τον τρόπο θα απεγκλωβίσει τα καλά περιουσιακά στοιχεία συμπεριλαμβανομένων και των εξασφαλισμένων καταθέσεων κάτω των €100.000,00 που στη συνέχεια, θα μεταφερθούν στην «καλή» τράπεζα. 

Σε σχέση με την «καλή» τράπεζα, τα πράγματα θα είναι σχετικά εύκολα καθώς η κ. Αντωνιάδου, ως Eιδικός Διαχειριστής, θα την έχει μεν υπό την εποπτεία της θα την αφήσει όμως, να λειτουργήσει αυτόνομα και χωρίς παρεμβάσεις.  Οι προσπάθειές της θα συγκεντρωθούν στην άμεση ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων αλλά και των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να αυξηθεί η ρευστότητα για σκοπούς αποπληρωμής των υποχρεώσεων της τράπεζας έναντι των δανειστών και πιστωτών της.

Δυστυχώς ο Νόμος, από μόνος του δεν θα αποφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, γι’ αυτό απαιτείται ο συντονισμός των νομοθετικών και θεσμικών οργάνων του Κράτους να προβούν σε τροποποιήσεις και μεταρρυθμίσεις όπως μεταξύ άλλων και των ακόλουθων:
1.    Στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως (Ακινήτων) Νόμο του 1965, για να επιτρέπει τη ρευστοποίηση εξασφαλίσεων, παρακάμπτοντας εμπράγματες επιβαρύνσεις επί των ακινήτων («Μέμο») που ενδεχομένως να καταχωρήθηκαν μετά την εξασφάλιση.  Θα υπάρξει δικλίδα ασφαλείας αφού το Μέμο θα μπορεί να περιοριστεί μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν θα υπάρχει υποθήκη και/ή κυμαινόμενη/πάγια εξασφάλιση στο ακίνητο, ή εφόσον ικανοποιηθεί ο εξασφαλισμένος πιστωτής.   
2.    Στον περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5, σε σχέση με εκποιήσεις κατοικιών πτωχευσάντων προσώπων, ένα σημαντικό μέρος των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων και τη διαγραφή χρεών μετά από την αποδέσμευση (discharge from bankruptcy).
3.    Οι καθυστερήσεις στις εκποιήσεις υποθηκών μέσω Κτηματολογίου (μέχρι και 15 χρόνια!), καθιστούν άμεση την ανάγκη αναδιοργάνωσης και εκσυγχρονισμού των κτηματολογικών διαδικασιών καθώς και ολόκληρου του Τμήματος γενικότερα.
4.    Επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των εξασφαλίσεων (πώλησης ενυπόθηκων) για παράδειγμα με την ιδιωτικοποίηση της σχετικής υπηρεσίας (όπως έγινε με την ιδιωτικοποίηση άλλων διαδικασιών του Κτηματολογίου πχ. χωρομέτρες  και υπηρεσίες επίδοσης αγωγών, οι οποίες παλαιότερα διεκπεραιώνονταν από δημόσιους υπαλλήλους).
5.    Eπιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών εκδίκασης και εκτέλεσης αποφάσεων.
6.    Ίδρυση Δικαστηρίου Εταιρικών Διαφόρων (Companies Court που να διέπει και φυσικά πρόσωπα).
Σε πρόσφατο δημοσίευμα, στο In Business News της Παρασκευής 22.03.2013, www.sigmalive.com/inbusiness/news/financials/36428 αποκαλύφτηκαν στοιχεία που εξασφαλίστηκαν από τη Βουλή, σε σχέση με τη οικονομική κατάσταση στη Λαϊκή Τράπεζα.

Για να αντιληφθεί κάποιος πώς διαμορφώνεται ο ισολογισμός μιας τράπεζας, παραθέτουμε το ακόλουθο απλό παράδειγμα.
Καλή vs. Κακή Τράπεζα

Εάν υποθέσουμε ότι η τράπεζά μας έχει περιουσιακά στοιχεία ύψους €105εκ. (υποθήκες, δάνεια, μετρητά, κλπ) και €95εκ. σε υποχρεώσεις (καταθέσεις, εκδοθέντα ομόλογα, άλλες χρηματοδοτήσεις), τότε έχει κεφάλαιο της τάξης των €10εκ. Τα περιουσιακά στοιχεία από την μια, είναι εκείνα τα στοιχεία που έχουν αξία και, θεωρητικά, θα μπορούσαν να πωληθούν για άντληση ρευστότητας.  Οι υποχρεώσεις, από την άλλη, είναι όλες εκείνες οι υποσχέσεις της τράπεζας για πληρωμή χρημάτων σε τρίτους.  Το κεφάλαιο, ή η διαφορά μεταξύ των δύο, είναι το καθαρό ποσό της αξίας που "αναλογεί" στην τράπεζα και, κατ’ επέκταση, στους μετόχους της.

Αν υποθέσουμε ότι τα €105εκ. σε περιουσιακά στοιχεία ανήκουν σε δύο κατηγορίες: €60εκ. από «καλά» περιουσιακά στοιχεία, όπως δάνεια που εξυπηρετούνται κανονικά και €45εκ. από «κακά» περιουσιακά στοιχεία, όπως τα δάνεια που είναι προβληματικά και δεν εξυπηρετούνται, ή ενυπόθηκοι τίτλοι, οι οποίοι, για διάφορους λόγους, δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμοι.  Εάν κάνουμε μια εύλογη απαξίωση της τάξης των €5εκ. των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων, απομένουν €40εκ. «κακών» περιουσιακών στοιχείων. Στη πραγματικότητα όμως, εάν υπάρξει ανάγκη άμεσης πώλησης, αυτά δεν θα μπορούσαν να πωληθούν σε ποσό πέραν των €20εκ., αφού κανείς δεν θα θέλει να τα επωμιστεί. 

Συνεπώς, ο ισολογισμός της τράπεζάς μας έχει περιουσία €100εκ., υποχρεώσεις €95εκ. και κεφάλαιο €5εκ. Στην πραγματικότητα όμως, εάν κάποιος βάλει τα στοιχεία αυτά κάτω από το μικροσκόπιο, θα συμπεράνει ότι  τα €40εκ. των κακών περιουσιακών στοιχείων στην πραγματικότητα αξίζουν μόνο €20εκ. με ορατό ενδεχόμενο το ποσό αυτό να εκμηδενιστεί τελείως στο μέλλον. Ως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας, είναι πολύ αμφίβολο για κάποιο επενδυτή να θέλει να επενδύσει στην Τράπεζά μας σε αγορά μετοχών.  Εξίσου απομακρυσμένο είναι και το ενδεχόμενο να ενδιαφερθεί ο οποιοσδήποτε να δανείσει στην Τράπεζα μας, αφού με τη διαγραφή €20εκ. η τράπεζα καθίσταται αφερέγγυα με κίνδυνο κατάρρευσης.  Σε τέτοια περίπτωση, η τράπεζα και κατ’ επέκταση οι μέτοχοι χάνουν το κεφάλαιό τους και οι πιστωτές, αναπόφευκτα θα απολέσουν ένα σημαντικό, εάν όχι όλο το μέρος των χρημάτων τους.  

Η Λύση της Κακής Τράπεζας

Πώς λύεται το πρόβλημα μιας «κακής» τράπεζας;  Υπάρχουν 2 μοντέλα, το ένα είναι αυτό που θα γίνει στην περίπτωση της Λαϊκής, δηλαδή της διαχώρισης της τράπεζας σε «καλή και κακή». Η εναλλακτική λύση είναι η δημιουργία από μέρους της Κυβέρνησης μιας μεγάλης «κακής» τράπεζας στην οποία οι «νοσούσες» τράπεζες θα ξεφορτώνουν τα «τοξικά» τους περιουσιακά στοιχεία.
Σε σχέση με το πρώτο μοντέλο, ας υποθέσουμε ότι η τράπεζά μας μοιράζεται σε «καλή» και «κακή» τράπεζα.  Η «καλή» παίρνει τα €60εκ. των καλών περιουσιακών στοιχείων και η «κακή» τα €40εκ. των τοξικών περιουσιακών στοιχείων.

Με αυτό το μοντέλο υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες χρεωκοπίας της κακής τράπεζας, ενώ η καλή τράπεζα, η οποία αποκόπτεται από τα τοξικά περιουσιακά στοιχεία θα είναι κερδοφόρα με αποτέλεσμα οι επενδυτές να  επανέλθουν και να κερδηθεί έτσι η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία της καλής τράπεζας που θα έχει ως αποτέλεσμα, δανεισμό υπό ευνοϊκούς όρους προκειμένου να είναι σε θέση να ασκήσει τις τραπεζικές της εργασίες και να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των πελατών της.    

Το μοντέλο της «καλής και της κακής» τράπεζας ωστόσο έχει ένα λεπτό σημείο: Πώς επιτυγχάνεται ο ορθολογικός καταμερισμός των υποχρεώσεων μεταξύ των δυο; Εδώ υπάρχουν δυο σχολές σκέψεως (ξεφεύγει από τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η σύγκριση των 2 σχολών).

 πλέον απλή λύση, κατά την άποψή μας, είναι ο αναλογικός καταμερισμός των υποχρεώσεων, δηλαδή η «καλή» τράπεζα αναλαμβάνει το 60% των χρεών και/ή υποχρεώσεων της τράπεζάς μας.
Όποια όμως, και να είναι η μεθοδολογία, πρόκειται για ναρκοπέδιο αφού όποια νομοθεσία και εάν ψηφιστεί για να ρυθμίσει αυτόν τον καταμερισμό, πολύ πιθανόν να βρεθεί αντιμέτωπη με προσφυγές στο Ανώτατο Δικαστήριο προσβάλλοντας την Συνταγματικότητα της εκτός και εάν, ο Ειδικός Διαχειριστής επιτύχει την αποδοχή σύννομου Σχεδίου Διακανονισμού, βάσει των προνοιών του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το όποιο τυγχάνει αποδοχής από τους Εξασφαλισμένους και μη εξασφαλισμένους πιστωτές.