Το κλείσιμο της Λαϊκής Τράπεζας δεν είναι η λύση στο πιεστικό πρόβλημα της Κύπρου. Δεν είναι διότι μπορεί μεν να σημαίνει αυτόματα μείωση του οικονομικού βάρους που καλείται να τραβήξει η χώρα και μαζί ο κάθε ένας από εμάς από τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης της – γύρω στα 4 δις ευρώ – πλην όμως θα επιφέρει μια σειρά επιπτώσεων, άμεσων και έμμεσων, που προκαλούν δέος.

Η προτεινόμενη και από ότι φαίνεται ευνοούμενη από την ΚΤΚ λύση για εξυγίανση (resolution) της Λαϊκής Τράπεζας με τη δημιουργία «καλής» και «κακής» τράπεζας σημαίνει εν ολίγοις τα εξής:

•    Δημιουργία μιας «καλής» τράπεζας στην οποία θα μεταφερθούν κατ’ ελάχιστον οι ασφαλισμένες καταθέσεις (δηλαδή μέχρι 100.000 ευρώ) και όλα τα καλά περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας (εξυπηρετούμενα δάνεια, πάγια περιουσιακά στοιχεία και ότι άλλο θεωρείται στέρεο και υγιές).
•    Δημιουργία μιας «κακής» τράπεζας στην οποία θα μεταφερθούν όλες οι καταθέσεις που ξεπερνούν τις 100.000 ευρώ (υποχρεώσεις) και όλα τα μη υγιή περιουσιακά στοιχεία (μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ζημιογόνες θυγατρικές κλπ).
•    Η «καλή» τράπεζα θα είναι μια ξεχωριστή νομική οντότητα η οποία θα λειτουργήσει ως μια μικρή «ποιοτική» τράπεζα με περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων και περιορισμένες δραστηριότητες.
•    Η «κακή» νομική οντότητα, δεν θα είναι τράπεζα αλλά ένα όχημα το οποίο θα περάσει σε διαχείριση και θα μετρήσει τα περιουσιακά του στοιχεία και τις υποχρεώσεις του.
•    Τα περιουσιακά στοιχεία αυτού του οχήματος εξ’ ορισμού δεν είναι υγιή – διαφορετικά δεν θα κατέληγαν σε αυτή την οντότητα. Τα δάνεια, που θα είναι μη εξυπηρετούμενα, θα επιχειρηθεί να πωληθούν. Σίγουρα με μεγάλη έκπτωση/ ζημιά για την «κακή» τράπεζα.
•    Τα έσοδα από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων θα διατεθούν για την κάλυψη των υποχρεώσεων. Υπάρχει σειρά προτεραιότητας. Πρώτος στη γραμμή έρχεται η Κεντρική Τράπεζα η οποία έχει δανείσει στην Λαϊκή ρευστότητα γύρω στα 9 δις ευρώ (μέσω ELA). Για το ποσό αυτό, ασφαλώς έχει πάρει εξασφαλίσεις – μέρος των εξασφαλίσεων είναι και κυβερνητικές εγγυήσεις. Οι όποιες υποχρεώσεις προς το κράτος θα πρέπει επίσης να καλυφθούν και στη συνέχεια οι καταθέτες, οι senior bondholders και οι junior bondholders και τελικά οι μέτοχοι.

Από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής δεν αναμένεται να εισρεύσουν στο ταμείο πολλά. Οι ανασφάλιστοι καταθέτες είναι σχεδόν εξ’ ολοκλήρου καταδικασμένοι.

Η Λαϊκή Τράπεζα είχε στο τέλος Ιανουαρίου (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) καταθέσεις γύρω στα 8,8 δις ευρώ. Από αυτά ένα μέρος – ελπίζουμε μεγάλο – θα είναι ασφαλισμένο. Οι καταθέτες γνώριζαν εδώ και καιρό τα προβλήματα της Λαϊκής και εάν δεν προχώρησαν σε απόσυρσή των χρημάτων τους, σίγουρα φρόντισαν να τα «ασφαλίσουν» μειώνοντάς τα στις 100.000 ευρώ. Σημειωτέον ότι στο χρόνο που μεσολάβησε από το τέλος Ιανουαρίου – για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία – μέχρι και σήμερα έχουν αποσυρθεί τεράστια ποσά καταθέσεων από την Τράπεζα. Εντούτοις παραμένουν αρκετά ώστε ένας αριθμός καταθετών να χάσουν κάθε σεντ.

Η διάλυση της Λαϊκής Τράπεζας σημαίνει ότι η πλειοψηφία των υπαλλήλων της που βρίσκονται στην Κύπρο – σύνολο 2372 στις αρχές του 2012 – θα χάσουν τη δουλειά τους. Ένας μεγάλος αριθμός οικογενειών θα βρεθεί από τη μια μέρα στην άλλη εκτεθειμένος.

Η ζημιά των απολύσεων δεν περιορίζεται στο ότι κάποιες χιλιάδες κόσμος θα περάσει στην ανεργία αλλά και στο ότι το γεγονός θα λειτουργήσει ιδιαίτερα δυσμενώς στο παζάρι, θα βαθύνει την ύφεση και θα προκαλέσει νέες απολύσεις και ανεργία.

Με λίγα λόγια, διάλυση Λαϊκής Τράπεζας δεν σημαίνει ένα απλό κούρεμα της τάξης του 10%. Σημαίνει κούρεμα όλων των καταθέσεων πέραν των 100.000 ευρώ πολλών καταθετών. Κύπριων και ξένων. Με ότι αυτό συνεπάγεται για μια οικογένεια, ένα επιχειρηματία και ένα επενδυτή που εμπιστεύτηκε την Κύπρο ως χρηματοοικονομικό κέντρο. Διότι άλλο είναι να χάνεις το 10% της κατάθεσής σου και άλλο να χάνεις το 100%!

Κάλιο κούρεμα λοιπόν παρά διάλυση της Λαϊκής. Πόσο μάλλον και της Τράπεζας Κύπρου. Οι πιο πάνω επιπτώσεις θα υπερπολλαπλασιαστούν και τότε θα μιλούμε για διάλυση – όχι κατάρρευση – της Κύπρου.