Προβληματισμός και ερωτηματικά είναι διάχυτα στους διαδρόμους των γραφείων και των τριών οργανισμών που εκπροσωπούν την Τρόικα – Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) – αλλά και σε αυτούς των ισχυρότερων ευρωπαίων εταίρων μας οι οποίοι καλούνται να βγάλουν την Κύπρο από τη φωτιά του θεόρατου δημόσιου χρέους της, όπως θα προκύψει μετά την κάλυψη των δημοσιονομικών κενών και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της.

Το κυπριακό οικονομικό πρόβλημα θεωρείται ιδιαίτερα περίπλοκο και προς το παρόν δύσκολο να επιλυθεί. Οι πληροφορίες του InBusiness λένε ότι δεν είναι τυχαία – και δεν σχετίζεται απαραίτητα με την καθυστέρηση του αποτελέσματος του διαγνωστικού ελέγχου της PIMCO – η «επιλογή» να μην συζητηθεί εις βάθος το θέμα της Κύπρου στο Eurogroup της 21ης Ιανουαρίου. «Όταν δεν μπορείς να βρεις καλή λύση, αποφεύγεις την εις βάθος συζήτηση και επιμένεις σε αναβολή», μας είπε χαρακτηριστικά ευρωπαϊκή πηγή. Σχολίασε μάλιστα ως πιθανή την μη κατάληξη των διαπραγματεύσεων με την PIMCO.

Ως έχουν σήμερα τα δεδομένα και με το ύψος του χρέους όπως διαμορφώνεται στην περίπτωση που οι κεφαλαιουχικές ανάγκες των τραπεζών διαμορφωθούν γύρω στα 10 δις ευρώ συν το δεδομένο των 7,5 δις ευρώ για τα δημόσια οικονομικά, το ΔΝΤ δεν πείθεται για τη βιωσιμότητα (ή καλύτερα για τη δυνατότητα της Κύπρου να αποπληρώσει) του χρέους μας. Αυτό, διά της λογικής, μεταφράζεται απλώς σε άρνηση συμμετοχής στην κυπριακή στήριξη, εκτός εάν βρεθούν λύσεις που θα το καταστήσουν διαχειρίσιμο.

Από την άλλη, οι Ευρωπαίοι επεξεργάζονται διάφορα σενάρια για να λύσουν το πρόβλημα μειώνοντας το δανειακό βάρος που θα αναλάβουν για την περίπτωση της Κύπρου. Οι λύσεις που φαίνεται να επεξεργάζονται είναι μεν ιδιαίτερα αρνητικές για το νησί, πλην όμως επικοινωνιακά λειτουργικές για τους δικούς τους φορολογούμενους.

Δεν ήταν τυχαίες άλλωστε οι αναφορές στα ρεπορτάζ των New York Times και International Herald Tribune (http://www.nytimes.com/2013/01/11/business/global/the-cyprus-bailout-question.html?pagewanted=all&_r=0) στις 10 Ιανουαρίου καθώς και του Bloomberg στις 11 Ιανουαρίου (http://www.bloomberg.com/news/2013-01-10/bondholders-in-crosshairs-as-merkel-travels-to-cyprus.html) σχετικά με το θέμα του κουρέματος των κυπριακών ομολόγων και των κυπριακών καταθέσεων.

Παρά το ότι ο Ευρωπαίος Επίτροπος Όλι Ρεν ξεκαθάρισε ότι το  κούρεμα των κυπριακών ομολόγων δεν είναι επιλογή για τους Ευρωπαίους – προκαλώντας κάποια ανακούφιση στο νησί – εντούτοις, κάποιες πληροφορίες επιμένουν ότι σχεδιασμοί και επεξεργασία σεναρίων γίνονται. Αυτό δεν μεταφράζεται απαραιτήτως σε ουσιαστικές και σοβαρές προτάσεις – άλλωστε για το θέμα της Ελλάδας ετοιμάστηκε σωρεία σχεδίων που δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Πλην όμως, διάφορα σενάρια αιωρούνται στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους.

Δεδομένο είναι και το τελεσίγραφο για τα τέλη Ιανουαρίου που όπως δημοσιεύτηκε είχε δοθεί στην Κύπρο εκ μέρους της ΕΚΤ σε σχέση με την παροχή ρευστότητας στις τράπεζες. Είναι πολύ πιθανόν, βέβαια, δεδομένης της καθυστέρησης της συζήτησης στο Eurogroup, αυτό να παραταθεί.

Η προσπάθεια της Βουλής να πιέσει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να επιδιώξει διαφοροποίηση της μεθοδολογίας και των παραδοχών για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών ούτως ώστε να μειωθεί το τελικό ποσό, δεν έβγαλε καπνό, τουλάχιστον προς το παρόν. Όπως φάνηκε από τους όρους εντολής της PIMCO, οι οποίοι διέρρευσαν και δημοσιεύτηκαν (απουσίαζαν όμως οι παραδοχές και η μεθοδολογία για τον υπολογισμό της αξίας των δανειακών εξασφαλίσεων), οι αποφάσεις για τη βάση υπολογισμού της PIMCO λήφθηκαν από το steering committee του οποίου προεδρεύει η Κεντρική Τράπεζα και στο οποίο συμμετέχουν εκπρόσωποι τόσο του υπουργείου Οικονομικών όσο και της Κεντρικής. Όπως ήδη επίσης παραδέχθηκε ο υπουργός Οικονομικών Βάσος Σιαρλή οι αποφάσεις στο steering committee δεν είχαν ληφθεί ομόφωνα, αφού, σύμφωνα με πληροφορίες, κάποια μέλη από το υπουργείο του είχαν διαφωνήσει με τη μεθοδολογία και τις παραδοχές.

Το στοίχημα, όπως είναι πλέον καλά αντιληπτό, παίζεται στην ικανότητα της Κύπρου να διαπραγματευτεί αξιόπιστα το Μνημόνιο πείθοντας σε πολιτικό επίπεδο πια για την εξεύρεση μιας λύσης για την παραχώρηση της οικονομικής βοήθειας η οποία θα βλέπει «χαμηλά» τις «θεωρητικές» ανάγκες των τραπεζών.