Με τις ανάγκες της Κύπρου να διαμορφώνονται στα 17 και πλέον δισεκατομμύρια ευρώ, βάσει των σημερινών εκτιμήσεων της τρόικας, τίθεται πλέον στο τραπέζι της όποιας διαπραγμάτευσης η βιωσιμότητα του κυπριακού χρέους.

Εάν αυτό ξεφύγει πέραν του 120% βάσει των οικονομικών θεωριών θα είναι μη βιώσιμο, δηλαδή η Κύπρος δεν θα μπορεί να το εξοφλήσει και να φέρει ανάπτυξη και εξυγίανση στην οικονομία της. Έχοντας ως δεδομένο πως σήμερα το χρέος ξεπερνά το 80% και προσθέτοντας σε αυτό τα 17 και πλέον δισεκατομμύρια πάμε σε ένα ποσοστό χρέους επί του ΑΕΠ το οποίο ξεπερνά το 120% ανάλογα και με το ποσό που θα χρησιμοποιηθεί για αναδιάρθρωση υφιστάμενου χρέους και το οποίο δεν αυξάει το δείκτη χρέος προς ΑΕΠ (περίπου 6δις).

Το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό κρίνεται από έναν κρίσιμο παράγοντα και αυτός αφορά την πηγή χρηματοδότησης των τραπεζών.
Εάν το κράτος επωμιστεί την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τότε μπαίνει σε δύσβατα εδάφη μη βιώσιμου χρέους. Εάν τελικώς παρθεί απόφαση σε επίπεδο ευρωπαίων ηγετών ότι οι τράπεζες μπορούν να εξασφαλίσουν στήριξη από τον ESFS, η Κύπρος γλιτώνει τις τράπεζες, αποφεύγει το κολοσσιαίο χρέος και διατηρείται εντός υποφερτού ορίου χρέους.

Στον μεγάλο διάλογο για τη βιωσιμότητα του κυπριακού χρέους μπαίνουν και μεγάλοι ημικρατικοί οργανισμοί. Το βασικό σκεπτικό της τρόικας είναι πως με εξασφάλιση 2-3 δισ. από την αποκρατικοποίηση, η Κύπρος θα αφαιρέσει σημαντικό μέρος χρέους οπότε δεν θα μπει σε "περίεργα" μονοπάτια μόνιμης κρίσης.

Πληροφορίες αναφέρουν πως κανένας ημικρατικός δεν βλέπει με θετικό φακό την ιδιωτικοποίησή του, ωστόσο, για την κάθε περίπτωση τα δεδομένα είναι σαφώς διαφορετικά.

Για παράδειγμα οι δύο μεγαλύτεροι ημικρατικοί της Κύπρου, Cyta και ΑΗΚ, μπορούν να αποφέρουν κέρδη στο κράτος κάθε χρόνο αλλά μπορούν παράλληλα να διαδραματίσουν ρόλο που να φέρνει θετικά αποτελέσματα στο κοινωνικό σύνολο, όπως άλλωστε προνοεί η θεωρητική προσέγγιση για τη λειτουργία των ημικρατικών. Την ίδια ώρα μπορούν να "πιάσουν" και καλή τιμή με πιθανή πώλησή τους που δυνητικά θα αποφέρει στο κράτος κάπου 3 δισ. ευρώ.

Πηγές από τη Cyta αναφέρουν ότι ο οργανισμός έχει αξία πώλησης μεταξύ 1,2 δισ. και 1,5 δισ. ευρώ. Το εν λόγω σενάριο πάντως ακούγεται ως η τελευταία επιλογή για τα μέλη του Δ.Σ. του οργανισμού, που εμφανίζονται αποφασισμένα να παραιτηθούν παρά να υπογράψουν ιδιωτικοποίηση.

Την ίδια ώρα η ΑΗΚ έχει μπροστά της την προοπτική αφενός της εισαγωγής φυσικού αερίου και παραγωγής φθηνότερου ηλεκτρισμού και αφετέρου την τεράστια προοπτικής αξιοποίησης μέρους του κυπριακού φυσικού αερίου. Τα συγκεκριμένα δεδομένα καθιστούν την ΑΗΚ έναν οργανισμό που σε μερικά χρόνια θα μπορεί να προσφέρει κάτι που μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να επιτύχει: να δώσει δηλαδή φθηνό ηλεκτρισμό στον τόπο. Το σενάριο ιδιωτικοποίησης δεν εξασφαλίζει πως ο όποιος επενδυτής θα έχει τη διάθεση να προσφέρει στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία. Παρόλα αυτά είναι επίσης οργανισμός που μπορεί να εξασφαλίσει καλή οικονομική πρόταση, οπότε "μοιραία" εντάσσεται στο πεδίο σκέψης για αποκρατικοποίηση.

Για το ΧΑΚ υπάρχει μια συμφωνία από όλους και αφορά στην ιδιωτικοποίηση του οργανισμού, όπως συμβαίνει σε όλες τις σύγχρονες αγορές του πλανήτη. Ωστόσο, η διαφωνία άπτεται του χρόνου πραγματοποίησης μιας τέτοιας κίνησης. Υψηλόβαθμο στέλεχος του ΧΑΚ ανέφερε στο ΙΝΒusinessNews ότι θα είναι εγκληματικό να ιδιωτικοποιηθεί σήμερα το χρηματιστήριο, αφού λόγω της ευρύτερης κακής κατάστασης το ΧΑΚ πραγματοποιεί "χαμηλές πτήσεις" που επιφέρουν ζημιές. "Όταν στρώσει η οικονομία και το ΧΑΚ κινηθεί σε ικανοποιητικά επίπεδα, τότε θα μπορεί να ιδιωτικοποιηθεί και μάλιστα να δώσει στο κράτος αρκετά χρήματα" ανέφερε η ίδια πηγή.